Ενέργεια με αναπτυξιακό και γεωστρατηγικό πρόσημο - ομιλία σε ημερίδα για την έρευνα και την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων

|

29.3 EBEA 2"Για τη Νέα Δημοκρατία η ενέργεια έχει σαφές αναπτυξιακό και γεωστρατηγικό πρόσημο" υπογράμμισε ο Κωστής Χατζηδάκης στην ομιλία του στην ημερίδα με θέμα «Έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων: Προοπτικές ανάπτυξης για την Ελληνική οικονομία»

"Εάν απελευθερώσουμε τις δυνάμεις της αγοράς", συνέχισε, "και προχωρήσουμε σε καινοτόμες ρυθμιστικές παρεμβάσεις και στοχευμένες ιδιωτικοποιήσεις, μπορούμε να προσελκύσουμε στρατηγικές επενδύσεις, να μειώσουμε το ενεργειακό κόστος, να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια της ελληνικής βιομηχανίας και να δημιουργήσουμε νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας".

 

 

Σημεία Ομιλίας του Αντιπροέδρου της ΝΔ Κωστή Χατζηδάκη

στην Ημερίδα «Έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων: Προοπτικές ανάπτυξης για την Ελληνική οικονομία»

 

Η Ελλάδα αποτελεί μια από τις πλέον εξαρτημένες σε εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου χώρες μεταξύ των 28 Κ-Μ της Ε.Ε., καλύπτοντας πάνω από 99% των αναγκών της και στους δύο υδρογονάνθρακες με βάση τα πλέον πρόσφατα (σ.σ.2014) στοιχεία της Eurostat.

Παράλληλα, η χώρα μας έχει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά εξάρτησης από τη χρήση πετρελαίου στην Ε.Ε., κάτι που καθιστά την ολοκληρωτική μας εξάρτηση από τις εισαγωγές παράγοντα ιδιαίτερης πολιτικής και οικονομικής τρωτότητας. Το 2014 το πετρέλαιο αναλογούσε στο 48% του πρωτογενούς ενεργειακού μείγματος της χώρας μας την ώρα που το αντίστοιχο ποσοστό για το μέσον ευρωπαϊκό όρο κυμαινόταν μόλις στο 36%.

Μολονότι έχουμε επιτύχει να αυξήσουμε σημαντικά τη διαφοροποίηση των πηγών και των οδεύσεων εισαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου κατά την τελευταία 10ετία, το ύψος της εισαγωγικής μας εξάρτησης είναι δυσθεώρητο και αντιστρόφως ανάλογο των προοπτικών ανακάλυψης δυνητικών κοιτασμάτων σε περιοχές του Ελλαδικού χώρου που έχουν μείνει ουσιαστικά ανεξερεύνητες, ιδίως σε ότι αφορά τις θαλάσσιες ζώνες της πατρίδας μας. Πέραν από τις δυσάρεστες γεωπολιτικές συνέπειες που μπορεί να έχει ένας τόσο υψηλός βαθμός εισαγωγικής εξάρτησης, το οικονομικό κόστος είναι επίσης εξαιρετικά δυσβάστακτο.

Αν και στην παρούσα περίοδο η πτώση των παγκοσμίων τιμών που ξεκίνησε στα τέλη του 2014 έχει περιορίσει σημαντικά το κόστος των εισαγωγών, οι υψηλές τιμές που επικρατούσαν από 2010 και έως το μεγαλύτερο μέρος του 2014 προκαλούσαν μια οικονομική αιμορραγία που κυμαίνονταν πολύ πιο πάνω από το 6% του ΑΕΠ μας, φτάνοντας το 2012 στο 9%, την ώρα που ο αντίστοιχος μέσος όρος των 28 Κ-Μ της Ε.Ε. δεν ξεπέρασε το 3% του ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο. Ανεξάρτητα από τη διεθνή τιμή πετρελαίου, εδώ και μια δεκαετία περίπου ο «λογαριασμός» της εισαγωγής καυσίμων ουδέποτε έπεσε κάτω από τα €10 δις/έτος ενώ το 2012-2013 προσέγγισε τα €18 δις, κοντά στο 9% του ΑΕΠ μας και τρείς φορές πιο πάνω από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσον όρο. Αυτό μάλιστα συνέβη παρά το γεγονός ότι η ζήτηση πετρελαίου έχει μειωθεί σωρευτικά κατά σχεδόν 40% από την έναρξη της κρίσης οδηγώντας στην σχεδόν ανάλογη μείωση του αριθμού των πρατηρίων βενζίνης.

Η Ελλάδα χρειάζεται να αυξήσει την εγχώρια παραγωγή Υ/Α το συντομότερο δυνατόν και το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να θωρακίσουμε και να εξορθολογήσουμε το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο που θα επιτρέψει την το δυνατόν ταχύτερη ανάκτηση της αξιοπιστίας της χώρας μας ως χώρα προσέλκυσης των διεθνών πετρελαϊκών εταιριών.

Η αναγέννηση της εγχώριας βιομηχανίας εξερεύνησης και παραγωγής Υδρογονανθράκων δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσα από την προσέλκυση επενδύσεων από Διεθνείς Πετρελαϊκές Εταιρίες (ΔΠΕ) και την καλλιέργεια συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των δύο κατά βάση εγχώριων παικτών αλλά και μεταξύ των εγχώριων και διεθνών εταιριών. Τα οφέλη για την ενεργειακή ασφάλεια, τα έσοδα αλλά και την περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας μπορεί να είναι ιδιαιτέρως σημαντικά, εάν λάβουμε υπόψιν μας και το πολύ θετικό επίπεδο διάχυσης (positive spill-over effect) που έχει η πετρελαϊκή βιομηχανία σε άλλες περιφερειακές βιομηχανίες και αγορές. Έχει υπολογισθεί ότι για κάθε ένα ευρώ που επενδύεται άμεσα στη βιομηχανία εξερεύνησης και παραγωγής υδρογονανθράκων επενδύονται άλλα 4 ευρώ σε παράπλευρες βιομηχανίες που σχετίζονται έμμεσα ή άμεσα με την κατεξοχήν ενεργειακή επένδυση.

Η αιτία του προβλήματος: Παρά τα θετικά βήματα προόδου που έγιναν την περίοδο 2011-2015 η προσπάθεια ανασυγκρότησης έχει, δυστυχώς, αποτελματωθεί και φαίνεται να ακολουθεί πορεία παλινδρόμησης. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην παροχή περαιτέρω φορολογικών κινήτρων προς τις ΔΠΕ ή την αλλαγή του υφιστάμενου ρυθμιστικού πλαισίου ή του συμβολαίου παραχώρησης. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι η ΕΔΕΥ ουδέποτε λειτούργησε κατά τον προβλεπόμενο από το νόμο (4001/2011) τρόπο σύστασής της. Υπήρξαν τεράστιες καθυστερήσεις στη στελέχωση και χρηματοδότηση του οργάνου όπως και συχνή έλλειψη συντονισμού μεταξύ των διαφόρων υπουργείων.

Για να επιτελέσει η ΕΔΕΥ το ρόλο της πρέπει να αποκτήσει:

  • αυτόνομη από κομματικές επιρροές σταθερή διοίκηση,
  • εξειδικευμένο προσωπικό με διεθνή εμπειρία,
  • ανταγωνιστικές συγκριτικά με τα μισθολόγια του Δημοσίου απολαβές,
  • και σοβαρούς πόρους για μια τουλάχιστον 5ετία έτσι ώστε να διευθύνει με την απαραίτητη ευελιξία και ταχύτητα την προσπάθεια επαναπροσέλκυσης ΔΠΕ και την αξιόπιστη διαπραγμάτευση/εποπτεία των υφιστάμενων συμβάσεων. Δεν μπορούμε να θεωρούμαστε σοβαρή χώρα την ώρα που προκηρύσσουμε έναν διαγωνισμό και καταλήγουμε να υπογράψουμε συμβόλαια μετά από δύο ή και κατά περίπτωση 2 ½ χρόνια, την ώρα που γειτονικές μας χώρες όπως η Κύπρος ολοκληρώνουν την όλη διαδικασία σε λιγότερο από 10 μήνες.

 

Οι Προτάσεις μας

  1. Να διασφαλίσουμε την ανεξαρτησία της ΕΔΕΥ με σταθερή 5ετή θητεία για το 7μελές Δ.Σ. και επιλογή των μελών της από τα 3/5 της Βουλής και παράλληλη αύξηση του προϋπολογισμού της από το €1 στα 4 εκατομμύρια το χρόνο για περίοδο 5 ετών. Αυτή η ρύθμιση θα προστατεύσει τη θεσμική ανεξαρτησία της ΕΔΕΥ, θα επιταχύνει τη διαδικασία προκήρυξης, αξιολόγησης και υπογραφής συμβάσεων παραχώρησης, και θα διευκολύνει την πρόσληψη των αρίστων από τον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα και τον επαναπατρισμό ικανών στελεχών από το εξωτερικό.
  2. Να επιταχυνθούν οι διαδικασίες επικύρωσης των υπογεγραμμένων συμβάσεων από την αρμόδια επιτροπή της βουλής και του ελέγχου τους από το ελεγκτικό συνέδριο.
  3. Να αξιοποιηθεί και να ψηφιοποιηθεί το αρχείο της ΕΔΕΥ και να εξασφαλιστεί η πρόσβαση σε κάθε νόμιμο ενδιαφερόμενο για επιχειρηματική, ερευνητική και ακαδημαϊκή αξιοποίηση
  4. Να προετοιμαστούν νέοι γύροι παραχωρήσεων σε θαλάσσια «οικόπεδα» μεγαλύτερης έκτασης ιδίως στο Λιβυκό πέλαγος προκειμένου να αξιοποιήσουμε το ενδιαφέρον των διεθνών πετρελαϊκών εταιριών που έχει εκδηλωθεί για την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου μετά την ανακάλυψη του πεδίου Ζόρ στην Αίγυπτο το 2015 και τον επιτυχημένο τρίτο γύρο παραχωρήσεων στην Κυπριακή ΑΟΖ το 2017

Επίλογος 

Για τη Νέα Δημοκρατία η ενέργεια έχει σαφές αναπτυξιακό και γεωστρατηγικό πρόσημο.

Εάν απελευθερώσουμε τις δυνάμεις της αγοράς και προχωρήσουμε σε καινοτόμες ρυθμιστικές παρεμβάσεις και στοχευμένες ιδιωτικοποιήσεις, μπορούμε να προσελκύσουμε στρατηγικές επενδύσεις, να μειώσουμε το ενεργειακό κόστος, να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια της ελληνικής βιομηχανίας και να δημιουργήσουμε νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας.

Παράλληλα, εάν αναδειχθούμε σε χώρα που πρωταγωνιστεί στην περιφερειακή διπλωματία των αγωγών θα καταφέρουμε να πολλαπλασιάσουμε το ειδικό γεωπολιτικό βάρος της Ελλάδος.

Εντάσσοντας την ενέργεια στην ευρύτερη αναπτυξιακή πολιτική της χώρας και γυρνώντας οριστικά την πλάτη σε ιδεοληψίες και πρακτικές του παρελθόντος, η ενέργεια έχει όλες τις δυνατότητες να μετατραπεί από κοστοβόρο τροχοπέδη σε καταλύτη για την αναπτυξιακή έκρηξη που έχει ανάγκη η χώρα.