Σκόπια: Μια κυβέρνηση που κουνάει το δάκτυλο στους ψηφοφόρους της - άρθρο στην "Εφημερίδα των Συντακτών"

|

ΚΧ 13

  1. Ας ξεκινήσουμε με ορισμένες βασικές παραδοχές: Πρώτον, προφανώς κανείς δεν είναι –ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι- τόσο αφελής ώστε να θεωρεί πως η Ελλάδα είναι κάποια υπερδύναμη η οποία μπορεί να επιβάλει τη θέλησή της σε όλους τους γείτονές της. Δεύτερον, είναι γνωστό και δεν θα το κρύψω ότι μέσα στη Νέα Δημοκρατία είχαν εκφραστεί στο παρελθόν διαφορετικές απόψεις για το θέμα των Σκοπίων με αντίστοιχες εντάσεις και τραύματα. Τρίτον, το συγκεκριμένο ζήτημα έχει τη δική του διαδρομή τα τελευταία 28 χρόνια, τους δικούς του σταθμούς και τα αντίστοιχα κεκτημένα.
  1. Το κυριότερο ήταν το κεκτημένο του Βουκουρεστίου. Ποιο ήταν αυτό; Αξίζει να θυμίσουμε πως η ενδιάμεση συμφωνία του 1995 έλεγε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να εμποδίσει την ένταξη των Σκοπίων σε κάποιο διεθνή οργανισμό, εφόσον αυτά υπέβαλαν αίτηση με το προσωρινό τους όνομα. Στο Βουκουρέστι, όμως, οι εταίροι μας, μετά τη διαπραγμάτευση της Κυβέρνησης Καραμανλή, είπαν στα Σκόπια ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μπουν στο ΝΑΤΟ αν δεν είχαν την έγκριση της Ελλάδας. Αυτό ήταν το όφελος από τους χειρισμούς της Νέας Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης Καραμανλή. Και αυτό μπορούσε να εκμεταλλευτεί η κυβέρνηση λόγω της εκλογής Ζάεφ στα Σκόπια και λόγω του αιτήματος για ένταξη στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, το οποίο -ευτυχώς για το ίδιο- δεν διαλύθηκε, παρά τις διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ!
  2. Τελικά καταλήξαμε σε μια συμφωνία που αναγνωρίζει το γειτονικό μας κράτος ως «Βόρεια Μακεδονία», αλλά τους κατοίκους του ως «Μακεδόνες» και τη γλώσσα τους ως «μακεδονική»! Ας αφήσουμε προς στιγμή στην άκρη τις κομματικές μας αναφορές. Υπάρχει κάποιος λογικός πολίτης που δεν βλέπει κάτι προβληματικό σε αυτό; Υπάρχει κάποιος λογικός πολίτης που δεν αντιλαμβάνεται πως αυτό το κομμάτι της συμφωνίας παρέχει έρεισμα στον εθνικισμό και στον αλυτρωτισμό που καλλιεργείται συστηματικά εδώ και χρόνια στη γειτονική μας χώρα;
  3. Δεν είναι τυχαίο ότι πάρα πολλοί συμπατριώτες μας -δεξιοί, κεντρώοι και αριστεροί- ενοχλήθηκαν περισσότερο από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού Ζάεφ που αναφέρθηκε σε «Μακεδόνες και Έλληνες», παρά από αυτή καθεαυτή τη συμφωνία. Διότι η έκφραση «Μακεδόνες και Έλληνες» συμπυκνώνει μια νέα εθνική αποτυχία. Ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης στην Ελλάδα νιώθει εδώ και πολλά χρόνια το αίσθημα αυτό της εθνικής αποτυχίας, είτε με τα μνημόνια, είτε με τις δηλώσεις ορισμένων Ευρωπαίων πολιτικών, είτε με την Τουρκία. Οι ίδιοι συμπολίτες μας, λοιπόν, με την έκφραση «Μακεδόνες και Έλληνες» θεωρούν πως δεν ηττώμεθα μόνο από τους ισχυρούς, αλλά και από τα Σκόπια.
  4. Και πώς αντιμετώπισε ο ΣΥΡΙΖΑ την ευαισθησία αυτή; Με αλαζονεία και ανευθυνότητα, χωρίς ίχνος συναινετικής διάθεσης. Χαρακτηρίζοντας το θέμα «εκκρεμότητα» και χρησιμοποιώντας υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς όπως «ετερόκλητος όχλος» για τους δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες μας που βγήκαν στους δρόμους για να διαδηλώσουν. Παράλληλα, δεν δίστασε να επιχειρήσει να εργαλειοποιήσει το ζήτημα, προσπαθώντας να διχάσει τη Νέα Δημοκρατία, με καταγγελίες για «ακροδεξιά στροφή». Και αυτό, μάλιστα, τη στιγμή που συγκυβερνά με τον Πάνο Καμμένο! Στο θέμα αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε την επαφή του με ένα πολύ μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του. Για τα μνημόνια ισχυρίστηκε ότι είχε αυταπάτες. Εδώ, αντίθετα, κούνησε και κουνάει το δάκτυλο κάθε μέρα στους πολίτες που τον στήριξαν.
  5. Ο sui generis κυβερνητικός συνασπισμός συνεχίζει την περήφανη πορεία του. Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες χαρακτηρίζουν «κατάπτυστη» τη συμφωνία, αλλά συνεχίζουν να στηρίζουν την κυβέρνηση! Ο κ. Καμμένος δήλωσε ότι το κόμμα του θα καταψηφίσει τη συμφωνία, αλλά πρότεινε την έγκριση του κειμένου της συμφωνίας από 180 βουλευτές, μια πρόταση που είχε απορρίψει από πριν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος! Ο δε ΣΥΡΙΖΑ, πιστός στην πρακτική της ακραίας, διχαστικής ρητορικής, συνεχίζει να βαφτίζει ακροδεξιό όποιον εκφράζεται αρνητικά για τη συμφωνία που έφερε. Όχι όμως τον κ. Καμμένο, του οποίου η κριτική απέναντι στη συμφωνία είναι, φραστικά τουλάχιστον, πέραν αυτής της Νέας Δημοκρατίας.

Δεν θεωρώ, επομένως, ότι υπάρχουν μαγικές λύσεις ούτε στην εξωτερική πολιτική. Θεωρώ, όμως, ότι η προσπάθεια ειλικρινούς συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και κατανόησης των ευαισθησιών του λαού, ποτέ δεν βλάπτει. Στην οικονομία ο ΣΥΡΙΖΑ κινήθηκε δημαγωγικά, με αυτονόητη συνέπεια την αθέτηση όλων σχεδόν των υποσχέσεών του. Με μόνιμη δικαιολογία, από το τρίτο μνημόνιο και μετά, τις αυταπάτες και με επιστράτευση μιας σειράς τρικ για να αποκρυφτεί η οδυνηρή πραγματικότητα. Για τα Σκόπια είναι αλήθεια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε υποσχεθεί προεκλογικά άλλα από αυτά που έκανε. Χειρίστηκε, όμως, το θέμα, με τη γνωστή πολιτική υπεροψία και ελαφρότητα που τον διακρίνει παντού, και με τη νέα αυταπάτη ότι θα αποκομίσει μικροκομματικά οφέλη από την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Βασικό στοιχείο της πολιτικής ελαφρότητας είναι η συνύπαρξη, και σε αυτό το θέμα, Τσίπρα και Καμμένου, που εμφανίζονται να διαφωνούν μεν τελείως μεταξύ τους, αλλά από κοινού κατακεραυνώνουν την αντιπολίτευση. Δεν είναι ανεξήγητο, λοιπόν, μετά από αυτά, ότι Τσίπρας και Καμμένος πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι.