Το success story του ΣΥΡΙΖΑ: «Η εγχείρισις επέτυχεν, αλλά ο ασθενής απέθανεν» - άρθρο στην ιστοσελίδα liberal.gr

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Vib9LzIn 1

«Η εγχείρισις επέτυχεν, αλλά ο ασθενής απέθανεν». Αν μου ζητούσαν μια φράση που να συνοψίζει την προσέγγιση του ΣΥΡΙΖΑ όσον αφορά στις επιδόσεις της οικονομικής του πολιτικής, θα επέλεγα αυτή. Γιατί το λέω αυτό; Διότι από τη μία έχουμε τους πανηγυρισμούς των κυβερνητικών στελεχών για τα δήθεν επιτεύγματα αυτής της κυβέρνησης στον τομέα της οικονομίας. Και από την άλλη, ως συνήθως, έχουμε την πραγματικότητα να διαψεύδει κατηγορηματικά τον ΣΥΡΙΖΑ, με τα μηνύματα από το μέτωπο της οικονομίας να είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά.

Αυτό, πιστέψτε με, δεν είναι μια διαπίστωση που κάνω με ικανοποίηση. Όχι μόνο διότι, προφανώς, είμαστε όλοι Έλληνες, και όλοι θέλουμε να δούμε την Ελλάδα να κάνει βήματα μπροστά. Αλλά και διότι, ως επόμενη κυβέρνηση του τόπου, η Νέα Δημοκρατία δεν θέλει να κληρονομήσει προβλήματα σε όλα τα μέτωπα. Η κυβέρνηση, προσπαθώντας να αποσείσει τις ευθύνες τις, επιτίθεται τις τελευταίες μέρες στους λεγόμενους κερδοσκόπους. Σάμπως υπάρχουν κάποιοι στις αγορές παγκοσμίως που θέλουν να χάσουν χρήματα! Και, φυσικά, επιτίθεται ως συνήθως στη Νέα Δημοκρατία. Σάμπως η αντιπολίτευση μπορεί να επηρεάζει τις αποφάσεις των αγορών και των επενδυτών σε όλο τον κόσμο! Αν είχαμε τέτοια δύναμη τι καθόμαστε εδώ πέρα και δεν πάμε να διευθύνουμε τη Βρετανία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ;

Οφείλουμε, φυσικά, να είμαστε υπεύθυνη αντιπολίτευση, διότι όλοι οι Έλληνες καθόμαστε πάνω στο ίδιο κλαδί. Όχι όμως βουβή αντιπολίτευση. Διότι αυτός είναι και ο συνταγματικός μας ρόλος: Ο έλεγχος των πράξεων και των παραλείψεων της κυβέρνησης. Είναι χρέος μας να χτυπάμε το καμπανάκι όταν βλέπουμε πως η χώρα βαδίζει σε μια πορεία που είναι κάθε άλλο παρά ελπιδοφόρα. Ας δούμε τα στοιχεία:

  1. Το ύψος δανεισμού της χώρας βρίσκεται σε απαγορευτικά επίπεδα, παρά την ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ που έχει κρατήσει συνολικά τα επιτόκια σε χαμηλό ύψος (εξαιρουμένης της Ιταλίας το τελευταίο διάστημα). Με αποτέλεσμα η Ελλάδα να δυσκολεύεται να βγει στις αγορές και, κατά συνέπεια, να υπονομεύονται οι προοπτικές ανάκαμψής της. Γνωρίζουμε πως οι αγορές δεν συγχωρούν. Τα στελέχη της κυβέρνησης μπορεί να θεωρούν, λοιπόν, ότι υποσχόμενα μια αριστερή πολιτική θα κερδίσουν μια χούφτα ψήφων και θα συσπειρώσουν περισσότερο τον κομματικό τους πυρήνα. Όμως μια τέτοια προσέγγιση εκπέμπει ένα ηχηρό μήνυμα αβεβαιότητας και οπισθοδρόμησης για την οικονομία μας. Και όπως έχουμε δει, τον λογαριασμό για τέτοιες ανεύθυνες κινήσεις εντυπωσιασμού τον πληρώνουν τελικά οι πολίτες, ακόμα πιο πολύ οι φτωχότεροι.

  2. Η κατάσταση στον τραπεζικό τομέα δεν είναι, για να το πω κομψά, ιδιαίτερα ενθαρρυντική, με τις τραπεζικές μετοχές να δέχονται ισχυρούς κλυδωνισμούς, ιδιαίτερα τις τελευταίες μέρες. Ενώ το 2014 η συνολική κεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών έφτασε τα 33,4 δισ. ευρώ, σήμερα βρίσκεται πιο χαμηλά από τα 5 δισ.! Γνωρίζουμε πως ο μεγάλος όγκος των κόκκινων δανείων αποτελεί βαρίδι στα πόδια των τραπεζών. Πριν ενάμιση χρόνο η κυβέρνηση ισχυριζόταν ότι αντιμετώπιζε το πρόβλημα αυτό με τον νόμο για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό. Ο τότε υπουργός Ανάπτυξης κ. Παπαδημητρίου, μάλιστα, έλεγε ότι οι επιχειρήσεις θα μπορούν να ρυθμίζουν εξωδικαστικά τις οφειλές τους μέσα σε 86 μέρες. Τώρα, ενάμιση χρόνο μετά, ο κ. Δραγασάκης ξηλώνει τον νόμο αυτό και συζητάει για τη δημιουργία ενός οχήματος ειδικού σκοπού! Δεν υπάρχουν περιθώρια για περαιτέρω κυβερνητικές παλινωδίες σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Χωρίς τράπεζες δεν υπάρχει οικονομία. Για αυτό και ευελπιστώ πως, έστω και τώρα, η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε κάποια λύση, και ελπίζω να είναι μια λύση που δεν θα επιβαρύνει τους φορολογουμένους.

  3. Μια σειρά από άλλα οικονομικά στοιχεία αποτυπώνουν οριζόντια μια ιδιαίτερα αρνητική εικόνα για την οικονομία μας: Όσον αφορά τους ρυθμούς ανάπτυξης, είμαστε στον πάτο της Ευρωζώνης. Οι καταθέσεις βρίσκονται 30 δισ. πιο χαμηλά από το σημείο στο οποίο ήταν το 2014. Ο γενικός δείκτης του ΧΑΑ το πρώτο εννιάμηνο του 2014 βρισκόταν κατά μέσο όρο στις 1220 μονάδες, ενώ το αντίστοιχο διάστημα του 2018 βρίσκεται στις 692 μονάδες. Η κεφαλαιοποίηση της ΔΕΗ έπεσε από τα 3 δισ. ευρώ στα 300 εκατομμύρια! Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου αυξήθηκαν κατά 11% τον Αύγουστο και ξεπέρασαν τα 3 δισ. ευρώ, παρ’ ότι είχαν εκταμιευθεί για την αποπληρωμή τους δανειακοί πόροι ύψους 7 δισ. ευρώ! Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων επενδύσεων το 2017 έκλεισαν, το 2017, στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, εμφανίζοντας σωρευτική υστέρηση ύψους 1,3 δισ. ευρώ την περίοδο 2016-2017. Και ενώ η χώρα χρειάζεται κυρίως ιδιωτικές επενδύσεις για να πάρει η οικονομία μπροστά, οι επενδύσεις το 2017, σε απόλυτες τιμές, ήταν στο ένα τρίτο αυτών που είχαμε το 2007, δύο χρόνια πριν ξεσπάσει η κρίση!

Όλα αυτά τα στοιχεία οδηγούν αυτομάτως σε ένα απλό συμπέρασμα: Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αδυνατεί, εκ των πραγμάτων, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία και να την βάλει σε τροχιά ισχυρής ανάπτυξης. Και αυτό, μάλιστα, παρά την ευνοϊκή διεθνή οικονομική συγκυρία των τελευταίων ετών. Γιατί συμβαίνει αυτό τη στιγμή, μάλιστα, που έχει πάρει ένα κάρο μέτρα, αλλά και δέχεται τα συγχαρητήρια των Βρυξελλών; Διότι, πολύ απλά, όπως δείχνουν όλα τα παραπάνω στοιχεία, δεν μπορεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγορών και των επενδυτών και λειτουργεί η ίδια ως βαρίδι για την οικονομία.

Στη Νέα Δημοκρατία δεν λέμε μεγάλα λόγια, αλλά εργαζόμαστε μεθοδικά ώστε αυτά που λέμε να τα υλοποιήσουμε, έχοντας μάθει από τα λάθη μας, αλλά και από τα λάθη των άλλων. Δεν λέμε ότι έχουμε κάποια μαγική συνταγή, αλλά λέμε, πολύ απλά, ότι θα κάνουμε αυτά που πέτυχαν σε άλλες χώρες της Ευρώπης και δεν υπάρχει λόγος να μην πετύχουν και εδώ. Βασισμένοι στην αρχή «λιγότεροι φόροι - λιγότερες εισφορές - λιγότερες δαπάνες». Με έμφαση στη στήριξη της επιχειρηματικότητας και την προσέλκυση επενδύσεων, που θα δημιουργήσουν νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας και θα πυροδοτήσουν την αναπτυξιακή έκρηξη που έχει ανάγκη η χώρα. Αυτό είναι το όραμά μας για την Ελλάδα του αύριο, το οποίο σύντομα θα αρχίσουμε να υλοποιούμε, μαζί με όλους όσους πιστεύουν πως η πατρίδα μας αξίζει κάτι καλύτερο, και έχει όλες τις δυνατότητες να το πετύχει.