Μαϊ 13

Το τενεκεδάκι παρακάτω - άρθρο στο capital.gr

Στη συλλογή από αυταπάτες της κυβέρνησης μπορεί να προστεθεί άλλη μία: Η αυταπάτη της πεποίθησης ότι οι Έλληνες ασχολούνται ακόμα με τους θεατρινισμούς της.

Έχουν πάψει προ πολλού να ασχολούνται.

Αυτό που τους απασχολεί είναι η βελτίωση του επιπέδου της ζωής τους. Είναι οι συγκεκριμένες λύσεις που θα βγάλουν τη χώρα μας από την κρίση και θα δημιουργήσουν ρεαλιστική προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον. Και αυτά δεν τα βλέπουν.

Διαβάστε περισσότερα
Απρ 28

Μετά τι γίνεται; - άρθρο στην ιστοσελίδα liberal.gr

Δύο ανορθόδοξες σκέψεις:
Θα ήταν λάθος να στρέψουμε αποκλειστικά την προσοχή μας στην επανάληψη της λεβέντικης διαπραγμάτευσης Τσίπρα-Βαρουφάκη που ζούμε αυτές τις μέρες. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα και πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει η προετοιμασία για την επόμενη μέρα. Μετά τι γίνεται;
Θα ήταν, επίσης, λάθος αν βλέπαμε τη ραγδαία απαξίωση του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία ως κάτι που αφορά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν αφορά μόνο αυτόν. Αφορά το τέλος μιας εποχής. Της εποχής που η πολιτική ασκείτο στη βάση των μεγάλων υποσχέσεων. Των γενικόλογων εξαγγελιών. Της δημιουργικής ασάφειας.
Όλα αυτά, φυσικά, δεν τα έκανε μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο πρώτος που τα έκανε σε τόση έκταση και με τόση ένταση. Και για αυτό και η φθορά του είναι τόσο απότομη.
Σήμερα, λοιπόν, οι πολίτες βλέπουν αυτούς που θα καταργούσαν το μνημόνιο είτε να φέρνουν σκληρά μέτρα για να καλύψουν τρύπες που οι ίδιοι δημιούργησαν, είτε να προσπαθούν να συγκαλύψουν τα μέτρα αυτά με διάφορα επαναλαμβανόμενα και κακόγουστα τεχνάσματα, «ηρωικές» ιαχές εναντίον του ΔΝΤ κλπ. Αυτοί που θα άλλαζαν τα πάντα με το πάτημα ενός κουμπιού βλέπουν την πραγματικότητα να τους εκδικείται σκληρά και συμπαρασύρουν μια ολόκληρη χώρα στον κατήφορό τους.
Ως Νέα Δημοκρατία πρέπει, ασφαλώς, να τους κάνουμε κριτική, όμως θα ήταν λάθος αν αρκούμασταν σε αυτό. Θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο λάθος αν ακολουθούσαμε κι εμείς τον δρόμο του ΣΥΡΙΖΑ, υποσχόμενοι μαγικές λύσεις.
Όχι. Η Νέα Δημοκρατία σήμερα οφείλει να κλείσει τον κύκλο του λαϊκισμού στην Ελλάδα. Αυτός είναι ο πραγματικός μας αντίπαλος, όχι ο ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος καταδικάζεται καθημερινά από την ίδια του την αποτυχία σε όλους τους τομείς.
Ευτυχώς, μια μεγαλύτερη μερίδα πολιτών φαίνεται πλέον πως έχει αλλεργία σε εξαγγελίες και συνθήματα. Ξέρει πως η χώρα έχει σοβαρά προβλήματα τα οποία θα λυθούν μόνο με σχέδιο και πολλή δουλειά, όχι με λεφτόδεντρα.
Τι απαιτεί, λοιπόν, η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού, συγκεκριμένου και αξιόπιστου σχεδίου για το μέλλον της χώρας;
Δεν απαιτεί να ξαναανακαλύψουμε τον τροχό.
Απαιτεί να ανοίξουμε τα μάτια μας και να δούμε τι εφαρμόζεται πετυχημένα στην Ευρώπη και τον κόσμο και να το προσαρμόσουμε στις δικές μας ανάγκες.
Στο 10ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας είχα την τιμή να παρουσιάσω τις πρώτες 25 προτάσεις από το πρόγραμμά μας που βασίστηκαν σε αυτό ακριβώς το μοτίβο. Σε καλές πρακτικές του εξωτερικού, οι οποίες επιφέρουν ουσιαστικές βελτιώσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς να απαιτούν προϋποθέσεις που δεν μπορούν να πληρωθούν αμέσως, όπως μια συνταγματική αναθεώρηση ή μια χώρα με μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες.
Πρόκειται για έξυπνες λύσεις που μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα από μέσα με τρόπο στοχευμένο και πρακτικό.
Τι εννοώ; Όλοι έχουμε ξιφουλκήσει, για παράδειγμα, κατά καιρούς εναντίον των καρτέλ. Αυτό που υποσχόμαστε, λοιπόν, δεν είναι ότι θα τα πατάξουμε ακόμα μια φορά, αλλά ότι, πέρα από τις προσπάθειες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα (πχ εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ για κατάργηση νομοθετημένων καρτέλ με 281 συγκεκριμένες παρεμβάσεις), θα κάνουμε κάτι απλό: Κανένας νόμος για την αγορά δεν θα περνάει χωρίς γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Με αυτόν τον τρόπο εμποδίζουμε στην πράξη τη δημιουργία νέων καρτέλ στην Ελλάδα.
Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα είναι η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Επί δύο χρόνια ως κυβέρνηση βρίσκαμε μονίμως απέναντί μας αυτούς που εναντιώνονταν σε οποιοδήποτε είδος αξιολόγησης στο δημόσιο. Πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πως έκανε πίσω και σε αυτό, όμως αυτό που πρέπει να επιλυθεί είναι ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται πράγματι και αντικειμενικά η αξιολόγηση. Εμείς, λοιπόν, προτείνουμε την αξιοποίηση ενός ήδη υπάρχοντος φορέα, του ΑΣΕΠ. Το ΑΣΕΠ, που διαθέτει τα απαραίτητα εχέγγυα διαφανούς και αδιάβλητης λειτουργίας, μπορεί, στο πλαίσιο της συνολικής του λειτουργίας, να αναλάβει και αυτό το καθήκον.
Άλλο παράδειγμα: Στον τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης δεν σκοπεύουμε να περιμένουμε τη συνταγματική αναθεώρηση για να δρομολογήσουμε αλλαγές. Προτείνουμε τη θέσπιση -με επιβολή διδάκτρων- ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων και θερινών σχολείων σε ΑΕΙ και ΤΕΙ, ώστε να μπορέσουν τα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα να γίνουν εξωστρεφή, να προσελκύσουν φοιτητές από όλο τον κόσμο και να εξασφαλίσουν σημαντικούς πόρους. Αντί να στέλνουμε, δηλαδή, φοιτητές έξω, να φέρουμε φοιτητές στην Ελλάδα!
Οι προτάσεις μας εδράζονται στην αποδοχή των δύσκολων συνθηκών που επικρατούν, γι’ αυτό και κατά βάση δεν προϋποθέτουν χρήματα. Αντιθέτως, φέρνουν χρήματα, καθώς έχουν την προοπτική να συμβάλουν στη δημιουργία πλούτου και θέσεων εργασίας. Δεν χρησιμοποιούμε την κρίση ως δικαιολογία για να μείνουμε στάσιμοι, αλλά ως αφορμή για να αλλάξουμε προς το καλύτερο τη χώρα μας. Με δικό μας εθνικό σχέδιο και όχι με σχέδιο που θα μας επιβάλει μια οποιαδήποτε τρόικα.
Ανέφερα κάποιες ενδεικτικές προτάσεις που θα θέσουμε σε ανοιχτή διαβούλευση με κοινωνικούς και οικονομικούς φορείς, όντας ανοιχτοί σε νέες ιδέες. Η διαδικασία διαμόρφωσης του τελικού μας προγράμματος συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς, καθώς οι εξελίξεις είναι άδηλες και οι εκλογές μπορούν να γίνουν ανά πάσα στιγμή.
Στόχος μας είναι, όταν ολοκληρωθεί, να αποτελέσει ένα σχέδιο που θα εμπνεύσει τις Ελληνίδες και τους Έλληνες όχι με πομπώδεις λαϊκίστικες σαπουνόφουσκες, αλλά με συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες προτάσεις για το μέλλον της χώρας μας.
Δεν πιστεύουμε σε μαγικές λύσεις, ούτε σε από μηχανής θεούς. Μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να πάρουμε την τύχη μας στα χέρια μας.
Σίγουρα δεν θα είναι εύκολο.
Όμως μόνο εμείς οι ίδιοι, με πίστη στις δυνατότητές μας, μπορούμε να γίνουμε ο καταλύτης για να αρχίσει η Ελλάδα να δουλεύει ξανά.

Απρ 19

Κι αν λήξει η αξιολόγηση; - άρθρο στο capital.gr

Ας κάνουμε μια αισιόδοξη υπόθεση. Ότι οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώνονται σήμερα, η αξιολόγηση κλείνει και η χώρα λαμβάνει τη δόση που βρίσκεται σε εκκρεμότητα εδώ και μήνες.

Έστω, επίσης, ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εντάσσει πλήρως την Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Είναι θετικά όλα αυτά;

Κατ’ αρχάς, ναι.

Τι θα αλλάξει, όμως, ουσιαστικά;

Η κυβέρνηση θα έχει καταλήξει, όπως γνωρίζουμε ήδη, από επιλογή της, σε μια λύση που θα βασίζεται στην επιβολή νέων φόρων. Παράλληλα, θα έχει αναγκαστεί να δεσμευτεί για την υλοποίηση κάποιων ιδιωτικοποιήσεων και διαρθρωτικών αλλαγών. Δεν απαιτούνται μαντικές ικανότητες για να προβλέψει κανείς τα επόμενα βήματά της. Θα στραφεί στο εσωτερικό της ακροατήριο, διακηρύσσοντας ότι δεν πιστεύει στις ιδιωτικοποιήσεις και τις μεταρρυθμίσεις στις οποίες συμφώνησε. Διάφορα στελέχη της θα τις καταγγείλουν, και άλλα θα βρουν όποια αφορμή μπορούν για να τις καθυστερήσουν, με την ελπίδα ότι τελικά θα τις ακυρώσουν. Παράλληλα, θα επιδιώξει να υπερασπιστεί τους νέους φόρους που επέλεξε να φέρει, ισχυριζόμενη πως πλήττουν μόνο τους «άλλους», στη λογική «να καεί η κατσίκα του γείτονα». Θα μας πει, περίπου: «Τι κι αν δεν εκπλήρωσα τις προεκλογικές μου υποσχέσεις, στρέφομαι όμως εναντίον των πλουσίων».

Μετά θα συμβούν τέσσερα πράγματα:

Πρώτον, τη στιγμή που η χώρα θα συνεχίσει να χρειάζεται δραστικές κινήσεις για εκπλήξει ευχάριστα και να κάνει το άλμα εξόδου από την κρίση, η κυβέρνηση θα πανηγυρίζει για τους νέους φόρους και θα σαμποτάρει εμμέσως τις μεταρρυθμίσεις. Παραμένοντας όμηρος των ιδεοληψιών και του ερασιτεχνισμού της, θα συνεχίσει να παίζει κατενάτσιο μολονότι βρίσκεται πίσω στο σκορ. Το μέγα ζητούμενο είναι η αποκατάσταση ενός κλίματος εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία. Η εμπιστοσύνη είναι κάτι, μου είχαν πει κάποτε, που φεύγει με το αυτοκίνητο και έρχεται με τα πόδια. Στην περίπτωση μας, με τα μυαλά της κυβέρνησης δεν θα έρθει καθόλου.

Δεύτερον, ενώ η οικονομία έχει ανάγκη από ένα επενδυτικό σοκ για να βγει από την κρίση, η κυβέρνηση θα συνεχίσει να αρνείται πεισματικά να στηρίξει την επιχειρηματικότητα και την προσέλκυση επενδύσεων. Μέχρι σήμερα αφήνει στο ράφι ακόμα και απλά μέτρα βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, όπως τον νόμο-πλαίσιο 4262 για τη διευκόλυνση των αδειοδοτήσεων που ψηφίστηκε τον Μάιο του 2014. Δεν εκπλήσσεται κανείς, καθώς τέτοιες πρωτοβουλίες τις εντάσσει στη σφαίρα των δεινών του κακού νεοφιλελευθερισμού. Πιστεύει, προφανώς, πως υπάρχει κάποιος εναλλακτικός τρόπος να δοθεί αναπτυξιακή ώθηση στην οικονομία. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν μας έχει πει ακόμα ποιος είναι αυτός! Προς το παρόν, πάντως, το αποτέλεσμα της στάσης της αποτυπώνεται σε λουκέτα και χαμένες δουλειές, με πιο πρόσφατο θύμα την Ηλεκτρονική Αθηνών και τους 450 εργαζομένους της.

Τρίτον, θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει φοβικά το σημαντικό ζήτημα των κόκκινων δανείων, το οποίο εμποδίζει τις τράπεζες να διοχετεύσουν ρευστότητα στην οικονομία. Επέλεξε να βάλει στον πάγο τον νόμο Δένδια ο οποίος προέβλεπε, στο κάτω-κάτω, κούρεμα δανείων για τις επιχειρήσεις. Η αποφασιστική αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού είναι καίριας σημασίας για να αναδιαρθρωθούν στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια και να στηριχθούν βιώσιμες επιχειρήσεις οι οποίες έχουν την προοπτική να αναπτυχθούν και να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Με αυτή τη φοβική αντίληψη δεν πάμε πουθενά.

Τέταρτον, η κυβέρνηση θα επιλέξει να φέρει ένα πακέτο μέτρων που θα έχει κατ’ ελάχιστον 4 δις νέους φόρους, τη στιγμή που η υπερβολική φορολόγηση ήδη προκαλεί ασφυξία στην παραγωγική Ελλάδα! Είναι σαφές πως η λογική αυτή οδηγεί σε αδιέξοδο, καθώς η εξίσωση πολύ απλά δεν βγαίνει. Οι νέοι φόροι θα είναι πρόβλημα, όχι λύση για την οικονομία.

Το ενδεχόμενο να ξαναζήσουμε το περσινό εφιαλτικό καλοκαίρι θα είναι, βέβαια, πολύ χειρότερο από το να κλείσει η αξιολόγηση όπως-όπως. Ωστόσο, μια κατάληξη των διαπραγματεύσεων σαν αυτή που προδιαγράφεται δεν είναι αυτό που χρειάζεται η χώρα. Για μένα το συμπέρασμα είναι προφανές. Ακόμα και στην περίπτωση της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, ο κίνδυνος είναι η ελληνική οικονομία να παραμείνει απλώς με τη μύτη έξω από το νερό. Δεν είναι, όμως, αυτό που χρειαζόμαστε. Χρειαζόμαστε μια επανεκκίνηση της οικονομίας που θα επιτευχθεί μόνο με χαμηλότερους φόρους και χαμηλότερες δαπάνες, ένα κλίμα φιλικό προς την επιχειρηματικότητα, με οριστική αντιμετώπιση του ζητήματος των κόκκινων δανείων αλλά και με μια πολιτική αλλαγή που θα εμπνεύσει εμπιστοσύνη στις αγορές και στους επενδυτές.

Στη Νέα Δημοκρατία δεν ισχυριζόμαστε, σε καμία περίπτωση, πως είμαστε αλάθητοι. Δύσκολα αρνείται, όμως, κάποιος πως διαθέτουμε έναν ξεκάθαρο προσανατολισμό σε σχέση με το μέλλον της χώρας. Και ακόμα δυσκολότερα αρνείται πως η κυβέρνηση αυτή ήρθε να τα κάνει καλύτερα και τα έκανε χειρότερα. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια καινούρια αρχή. Στη Νέα Δημοκρατία ετοιμαζόμαστε εντατικά για αυτό, επιχειρώντας να διδαχθούμε τόσο από τα δικά μας λάθη, όσο και από τα λάθη των άλλων, με στόχο να αποτελέσουμε μια πράγματι αξιόπιστη λύση για την οικονομία και την Ελλάδα. Το συνέδριό μας, στο τέλος της εβδομάδας, είναι για μας μια ευκαιρία.  

Μαρ 25

"Τρεις μελαγχολικές σκέψεις για τις Βρυξέλλες" - άρθρο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Όταν πήγα νέος ευρωβουλευτής το 1994 στις Βρυξέλλες, μου έκανε εντύπωση ότι στην πόλη αυτή που δεν είχε κανένα ιδιαίτερο μεγαλείο συνυπήρχαν ειρηνικά τόσο διαφορετικά στοιχεία: οι Φλαμανδοί, οι Βαλόνοι, οι ευρω-υπάλληλοι, οι ΝΑΤΟικοί, οι Mαγκρεμπίνοι. Διότι οι μετανάστες που έχουν οι Βρυξέλλες προέρχονται κατά βάση από το Μαρόκο και την Αλγερία. Τα Γαλλικά βλέπετε. Και μου έκανε επίσης εντύπωση ότι από τότε η πόλη αυτή είχε τζαμιά και πως οι μετανάστες 1ης και 2ης γενιάς από το Μαγκρέμπ ήταν διασκορπισμένοι σε μια σειρά από δραστηριότητες: στα ταξί, σε χειρονακτικές δουλειές, σε μικρά μαγαζιά.

Παρότι με παραξένεψε αρχικά το πλήθος των μεταναστών, η ειρηνική συνύπαρξη με τους Βέλγους και τους άλλους Ευρωπαίους δεν μου επέτρεπε με τίποτα να φανταστώ ότι θα οδηγούμασταν στις φρικαλεότητες που ζήσαμε την περασμένη Τρίτη. Ναι, η εγκληματικότητα από τότε ήταν σχετικά μεγαλύτερη από αυτήν της Αθήνας. Ορισμένοι συνάδελφοί μου ευρωβουλευτές έπεσαν ή κινδύνεψαν να πέσουν θύματα ληστείας ακόμα και ώρες που κυκλοφορούσε κόσμος στους δρόμους. Τίποτα παραπάνω ωστόσο. Την ώρα που ο ΙRΑ δρούσε ακόμα στο Μπέλφαστ και η 17η Νοέμβρη στην Αθήνα, κανένας δεν υποπτευόταν ότι τα πράγματα θα είχαν αυτή την εξέλιξη με τους ισλαμιστές. Ακόμα και όταν υπήρχαν συγκρούσεις μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων, ακόμα και όταν ξέσπασε ο πόλεμος στο Ιράκ.

Γι’ αυτό και δεν δίνω πολύ σημασία σ’ όλους αυτούς που για να εξηγήσουν όλες αυτές τις τρομοκρατικές επιθέσεις τις συνδέουν μόνο με τις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ή ακόμα περισσότερο με τις οικονομικές ανισότητες. Δεν ισχυρίζομαι, φυσικά, ότι έχουν γίνει οι τελειότεροι χειρισμοί στη Μέση Ανατολή από την πλευρά της Δύσης. Ούτε πιστεύω ότι υπάρχει δικαιοσύνη στην κατανομή του παγκόσμιου πλούτου. Κάθε άλλο! Ωστόσο, θα εθελοτυφλούσε κανείς αν δεν έβλεπε πως το μυαλό αυτών των ανθρώπων είναι θολωμένο. Οι τζιχαντιστές αυτοί που κατά το πλείστον έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στην Ευρώπη έχουν μια ζωή σίγουρα καλύτερη από τη ζωή στις χώρες του Μαγκρέμπ και του Μασρέκ, τις οποίες άλλωστε οι γονείς τους και οι ίδιοι εγκατέλειψαν για να έχουν μια πιο θετική προοπτική.

Μιλώντας, όμως, για το ζήτημα της μετανάστευσης και την όποια διασύνδεση με την τρομοκρατία, ας έχουμε υπόψη μας τρία πράγματα: Πρώτον, ότι τα προβλήματα δεν εξαφανίζονται μαγικά. Δεύτερον, ότι δεν μπορούν να μείνουν ανεπίλυτα, διότι θα διαλύσουν την κοινωνική συνοχή στις χώρες της Ευρώπης και ενδεχομένως την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση σε βάθος χρόνου. Και, τρίτον, ότι δεν μπορούν να λυθούν αμέσως λόγω των ισορροπιών στην Ε.Ε.

Ξέρω ότι και οι τρεις αυτές σκέψεις είναι μελαγχολικές. Από την άλλη πλευρά όμως, οδηγούν αυτόματα στο συμπέρασμα ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να επιταχύνουμε τους ρυθμούς αντιμετώπισης του ζητήματος της ισλαμικής τρομοκρατίας. Μαζί, φυσικά, με το μεταναστευτικό. Και μαζί με την αντιμετώπιση της όλης κατάστασης στη Μέση Ανατολή.

Η Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια υπερηφανευόταν ότι ήταν μια ήπια υπερδύναμη (softsuperpower). Στην πραγματικότητα, αν δεν αλλάξει η κατάσταση λόγω και της γεωγραφικής της θέσης, κινδυνεύει να γίνει ο καρπαζοεισπράκτορας των επιλογών άλλων μεγάλων δυνάμεων, επιμέρους κρατών μελών της ή των ίδιων των εξελίξεων σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή.

Τι θέλω να πω; Πως δεν έχει άλλα περιθώρια από το να οδηγηθεί μέσα από αυτή την κρίση σε μια πραγματικά κοινή πολιτική μετανάστευσης και ασύλου, αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, αλλά και μια κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας. Αν δεν το κάνει, φοβάμαι ότι περιστατικά όπως αυτά της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι και της 22ας Μαρτίου στις Βρυξέλλες θα είναι μόνο η αρχή.

Αν το κάνει όμως, η ηγεσία της θα δείξει ότι έχει καταλάβει το μάθημα και το μάθημα είναι να μην έχει καρφωμένο συνέχεια το μάτι σου στις δημοσκοπήσεις, αλλά στο καθήκον σου. Είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπισθεί ουσιαστικά το προσφυγικό, ο μόνος τρόπος να αντιμετωπισθεί η τρομοκρατία, ο μόνος τρόπος να ξεπεράσουμε τη σημερινή πολυεπίπεδη κρίση και να χτίσουμε ένα καλύτερο μέλλον.

Μαρ 3

"Το Όσκαρ του ΣΥΡΙΖΑ και η ελπίδα της αλήθειας" - άρθρο στην ιστοσελίδα capital.gr

Αν την περασμένη Δευτέρα δινόταν Όσκαρ πολιτικής ασυνέπειας, η σημερινή κυβέρνηση θα είχε το χρυσό αγαλματίδιο στο τσεπάκι. Αρκεί, άλλωστε, μια γρήγορη ματιά στα πεπραγμένα της για να πειστεί κανείς:

Από τη λυσσαλέα αντιμνημονιακή ρητορική, στην υιοθέτηση του τρίτου μνημονίου.

Από την αντι-ΝΑΤΟϊκή στάση, στις παρακλήσεις για παρέμβαση της συμμαχίας!

Από τις κορώνες περί καταπολέμησης της διαφθοράς, στις αποκαλύψεις για μυστικές συναντήσεις με εκδότες.

Κοινό μοτίβο των κυβερνητικών αποτυχιών; Η απόλυτη έλλειψη σοβαρότητας και σχεδιασμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην εξουσία με βασική υπόθεση εργασίας ότι θα αλλάξει την Ευρώπη και τον κόσμο. Και τελικά την πιο σκληρή κριτική για αυτή την έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα την έκανε ο ίδιος ο κ. Βούτσης όταν είπε πρόσφατα: «Φλερτάραμε με πολιτικές αυταπάτες». Το κόστος του φλερτ αυτού το πληρώνει, δυστυχώς, ακριβά η χώρα. Αντί να πάμε μπρος, πήγαμε πίσω. Πήγαμε για μαλλί και βγήκαμε κουρεμένοι.

Το μεγαλύτερο λάθος, λοιπόν, που θα μπορούσε να κάνει η Νέα Δημοκρατία θα ήταν να ακολουθήσει τα χνάρια του ΣΥΡΙΖΑ, δίνοντας ανεύθυνες υποσχέσεις άνευ σοβαρού σχεδίου. Να γίνει ΣΥΡΙΖΑ Νούμερο 2. Δεν θα το κάνει όμως.

Η Νέα Δημοκρατία προχωράει αποφασιστικά στη σύνταξη ενός κυβερνητικού προγράμματος που έχει στόχο τη μετάβαση στη μεταμνημονιακή εποχή, λαμβάνοντας, όμως, σαφώς υπόψη τα μεγάλα εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν.

Στην προσπάθεια αυτή έχουν σημαντική συμβολή τα στελέχη του κόμματός μας, όμως δεν περιοριζόμαστε σε αυτά! Μέσω της ανοιχτής πρόσκλησης που απευθύναμε, κάναμε άνοιγμα στην κοινωνία και σε αξιόλογους Έλληνες εμπειρογνώμονες, με σκοπό να βοηθήσουν στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου και τεκμηριωμένου προγράμματος. Η κίνηση αυτή ξένισε αρκετούς που είχαν συνηθίσει σε άλλες κομματικές πρακτικές, όμως εμείς έχουμε την πεποίθηση πως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κόμμα οφείλει να ενεργοποιεί μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας και να συνθέτει ένα ευρύ φάσμα απόψεων και ιδεών. Η ανταπόκριση στο εγχείρημά μας ήταν εξαιρετικά ενθαρρυντική, καθώς μέσα σε μια εβδομάδα λάβαμε περίπου 700 βιογραφικά ατόμων με πολύ αξιόλογα προσόντα. Ενδεικτικό είναι πως 30 τοις εκατό εξ αυτών είναι κάτοχοι διδακτορικού. Θέλοντας, μάλιστα, να ακολουθήσουμε πλήρως διαφανείς διαδικασίες, αναθέσαμε την αξιολόγηση σε ειδικούς από τον ιδιωτικό τομέα. Και θα κάνουμε τα επόμενα μας βήματα με μεθοδικότητα, αξιοποιώντας όλες τις δυνατότητες που παρέχει το διαδίκτυο και οι σύγχρονες τεχνολογίες, επιδιώκοντας τη συστηματική διαβούλευση με κοινωνικούς φορείς και εκπροσώπους τις Κοινωνίας των Πολιτών. Ο εχθρός μας, άλλωστε, δεν είναι μόνο ο λαϊκισμός αλλά και ο ελιτισμός που υπαγορεύει πως ένα κόμμα πρέπει να πορεύεται ερήμην της κοινωνίας.

Οι βασικοί άξονες στους οποίους θα κινηθεί το πρόγραμμά μας είναι δύο: Η ελευθερία και η αλληλεγγύη.

Ελευθερία γιατί το όραμά μας έχει στο επίκεντρό του την Ελλάδα των ευκαιριών, που θα δίνει τη δυνατότητα στις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις του τόπου να ανοίξουν τα φτερά τους. Την Ελλάδα στην οποία κάθε Έλληνας θα νιώθει ότι αν βάλει κάτι σκοπό και αν εργασθεί σκληρά για να το πετύχει δεν υπάρχουν όρια στο πού μπορεί να φτάσει.

Αλληλεγγύη γιατί το ήθος μιας κοινωνίας ορίζεται από το πώς αντιμετωπίζει τα αδύναμα μέλη της, φτάνει να μην αυτοπαγιδεύεται σε αυτή την προσπάθεια. Για να βοηθήσουμε όσους έχουν ανάγκη, είναι απαραίτητο να μεταβούμε από το μοντέλο διανομής φτώχιας στο μοντέλο παραγωγής εισοδήματος. Οι νέες θέσεις εργασίας είναι το πιο πολύτιμο κοινωνικό αγαθό που μπορούμε να δημιουργήσουμε και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της στροφής στην επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις. Και έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια στέρεα κοινωνική πολιτική. Με βάση αυτή τη λογική, στοχεύουμε στην καθιέρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ως δίκτυ προστασίας πολλών συμπολιτών μας. Είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε για ανθρώπους που παλεύουν με την φτώχια.

Επιδίωξή μας δεν είναι, σε καμία περίπτωση, να ισχυριστούμε πως ο δρόμος της ανάκαμψης θα είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Η χώρα έχει ανάγκη από μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνουν κάποιες δύσκολες επιλογές. Χρειάζονται όμως μεταρρυθμίσεις που θα είναι δίκαιες και θα δίνουν προοπτική στην οικονομία και την κοινωνία, όχι κοντόφθαλμα, πρόχειρα και αντιαναπτυξιακά μέτρα.

Σκοπός μας στη Νέα Δημοκρατία είναι να καταστρώσουμε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα διακυβέρνησης που θα προσφέρει την ελπίδα της αλήθειας, μακριά από ψεύτικες υποσχέσεις και λαϊκίστικες σαπουνόφουσκες. Η μάχη για την έξοδο από την κρίση δεν θα είναι εύκολη, αλλά με σοβαρότητα, σχέδιο και σκληρή δουλειά, είναι μια μάχη που πιστεύουμε ακράδαντα πως είναι στο χέρι μας να κερδίσουμε.