"Αποφασιστικότητα για μεταρρυθμίσεις από την Ελλάδα, κατανόηση από την ΕΕ" - Ομιλία Κωστή Χατζηδάκη στην εκδήλωση του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ιδρύματος Hanns Seidel και Ινστιτούτου Goethe

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

ikk_3_finalΚυρίες και κύριοι,

 

Καταρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω τόσο το Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής, όσο και το Ίδρυμα Hanns Seidel για την ευγενική τους πρόσκληση να μιλήσω σήμερα για την Ευρώπη και την Ελλάδα στο σταυροδρόμι των σύγχρονων προκλήσεων. Ευχαριστώ επίσης το Ινστιτούτο Goethe για τη φιλοξενία. Χαίρομαι δε που είμαστε πάλι μαζί με τον παλιό συνάδελφο και φίλο Markus Ferber, με τον οποίο συνυπήρξαμε και συνεργαστήκαμε για δεκατρία χρόνια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. 

Και δεν θα μπορούσε να ήταν πιο κατάλληλη η στιγμή από αυτή για να μιλήσουμε για τις προκλήσεις που Ελλάδα και Ευρώπη καλούνται να αντιμετωπίσουν. Και θα εξηγήσω το γιατί. 

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω από το γενικό προς το ειδικό, από το όλον στο μέρος, από την Ευρώπη αναπόσπαστο και συστατικό στοιχείο της οποίας είναι η Ελλάδα. Η ενωμένη Ευρώπη έχει επιβεβαιώσει τις τελευταίες δεκαετίες αυτό που έχει λεχθεί για την ίδια: ότι δηλαδή προχωρεί εν μέσω κρίσεων και ενίοτε μέσω κρίσεων. Αυτό ακριβώς είναι που περιμένουμε να δούμε, αν επιβεβαιωθεί ακόμη μια φορά.

Η οικονομική κρίση αποκάλυψε τα δομικά προβλήματα της ευρωζώνης και οδήγησε στην ανάγκη να δημιουργηθούν εξ αρχής νέες δομές αντιμετώπισης εκτάκτων καταστάσεων. Και αυτό σε μεγάλο βαθμό επετεύχθη μέσω της δημιουργίας εκτάκτων μηχανισμών στήριξης και παροχής ρευστότητας που μέχρι πρότινος δεν υπήρχαν. 

Πρέπει να παραδεχθούμε πως η οικονομική κρίση κινητοποίησε την Ευρώπη στο να ολοκληρώσει ταχύτερα την νομισματική και οικονομική της ενοποίηση.

Η αντιμετώπιση όμως του προβλήματος δεν ήταν πάντοτε με την ταχύτητα που θα έπρεπε. Ο σχεδιασμός δεν ήταν σφαιρικός. Λάθη δεν απεφεύχθησαν. Η δε σταδιακή και σε φάσεις αντιμετώπιση του προβλήματος (πληρέστερη εποπτεία από τις Βρυξέλλες, τραπεζική ένωση κλπ) είναι ακόμα σε εξέλιξη, υπενθυμίζοντας την ανάγκη για διαρκή συναγερμό από τα κράτη-μέλη και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς

Πέρα από την κρίση της ευρωζώνης, η Ε.Ε καλείται να αντιμετωπίσει έναν ακόμα κίνδυνο. Ότι δηλαδή αυτό το κομμάτι του κόσμου από το οποίο ξεπήδησαν μια σειρά από επαναστάσεις στα γράμματα και τον πολιτισμό, από το οποίο ξεκίνησε η βιομηχανική επανάσταση, στο οποίο διαμορφώθηκε ένα κοινωνικό μοντέλο που γέμισε περηφάνια πολίτες και κυβερνήσεις, μπορεί σήμερα να αποδειχθεί ο ασθενής κρίκος της παγκόσμιας οικονομίας. Η παγκοσμιοποίηση αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την ανάγκη της ανταγωνιστικότητας και η Ευρώπη δεν έχει πάντα τις καλύτερες επιδόσεις στον συγκεκριμένο τομέα. Η υπογεννητικότητα οδηγεί σε γήρανση του πληθυσμού και επομένως σε ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα. Και η μετανάστευση αποτελεί για μια σειρά από γεωγραφικούς και πολιτικούς λόγους πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα για τη ΕΕ από ό,τι  πχ για τις ΗΠΑ ή την Αυστραλία.

Όλα αυτά απαιτούν γρήγορες και ουσιαστικές αποφάσεις στο επίπεδο της ΕΕ. Η μερική και καθυστερημένη αντιμετώπιση των ζητημάτων δεν αρκεί.  Είναι η ώρα των μεγάλων πολιτικών αποφάσεων και των μεγάλων πολιτικών επιλογών για την Ευρώπη. Η Ευρώπη θα πρέπει να αποφασίσει: ή θα ενοποιηθεί πιο ουσιαστικά ή θα αποδομηθεί και θα μείνει πίσω στις παγκόσμιες εξελίξεις. 

Ο αντίπαλος στην προσπάθεια για περισσότερη ενοποίηση είναι ο λαϊκισμός με τη μορφή του ευρωσκεπτικισμού. Είναι μάλιστα ένας ευρωσκεπτικισμός διφυής και δισυπόστατος. Στον Νότο της Ευρώπης πχ εκδηλώνεται τα τελευταία χρόνια με την ενοχοποίηση όλων των χωρών του Βορρά που επιδιώκουν εντονότερη δημοσιονομική προσαρμογή για τις ασθενέστερες χώρες. Και στον Βορρά με την ενοχοποίηση των πληθυσμών του Νότου που θεωρούνται συλλήβδην τεμπέληδες και απροσάρμοστοι στο ευρωπαϊκό μοντέλο. Αυτά είναι δυστυχώς τα στερεότυπα που αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια, μεταξύ των λαϊκιστών, στην Ελλάδα και τη Γερμανία.

Αυτό το σκηνικό είναι που καθιστά το έργο της ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας εξαιρετικά δυσχερές. Διότι σε μια Ένωση 28 κρατών – μελών με ένα σύνθετο οικονομικό και κοινωνικό σκηνικό, οι ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες καλούνται να πάρουν γρήγορες αποφάσεις ενώ ο ευρωσκεπτικισμός έχει φουντώσει, και μάλιστα με διαφορετική αφετηρία και διαφορετικό στόχο και σε κάθε χώρα.

Ωστόσο οι κρίσεις είναι που αναδεικνύουν τους ηγέτες. Και η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση δεν μπορεί να γίνει μέσω δημοσκοπήσεων. Οι ηγεσίες είναι για να προηγούνται και να διαμορφώνουν τις εξελίξεις. Οι συνθήκες είναι εξαιρετικά αντίξοες, αλλά και οι αποφάσεις για θέματα όπως το μεταναστευτικό ή η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας  εξίσου επιτακτικές. Επιβεβλημένη επίσης είναι και η ολοκλήρωση της προσπάθειας για την οριστική αντιμετώπιση της κρίσης στην ευρωζώνη. Με δημοσιονομική πειθαρχία, με ολοκλήρωση της θεσμικής ενίσχυσης της νομισματικής και της τραπεζικής ένωσης, με σεβασμό των κανόνων από όλους και με πραγματική αλληλεγγύη στους ασθενέστερους. Μόνο έτσι το πρόβλημα θα ξεπεραστεί οριστικά, η ευρωζώνη θα θωρακιστεί απέναντι σε μελλοντικούς κινδύνους, αλλά και η οικονομική και νομισματική ένωση θα εξαλείψει όλα τα δομικά της ελαττώματα. Το πακέτο Γιούνκερ για την κινητροδότηση επενδύσεων και συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και το πακέτο Ντράγκι για την λεγόμενη ποσοτική χαλάρωση είναι προς θετική κατεύθυνση, αλλά δεν αρκούν αν η ΕΕ δεν δει τη μεγάλη εικόνα για τα μεγάλα ζητήματα που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν μελλοντικά την ήπειρό μας.

 

Ελπίζω πως τελικά, θα βρεθεί το κουράγιο, θα επικρατήσει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και η ενοποίηση θα προχωρήσει. Λύνοντας μια σειρά από δύσκολες ασκήσεις. Δεν διεκδικώ το αλάθητο, αλλά τα προβλήματα μπορούν να καταστούν εξαιρετικά επικίνδυνα για να μπορούμε εντωμεταξύ να κολακεύουμε τους πολίτες και να επιτρέπουμε στις ηγεσίες να εφησυχάζουν. Είναι η ώρα ευθύνης για τους λαούς και θάρρους για τις ηγεσίες. Θάρρους και διορατικότητας σε μια Ευρώπη που αλλάζει, σε έναν κόσμο που αλλά ζει ακόμη περισσότερο. 

 

Κυρίες και κύριοι,

 

Μέσα σε αυτό το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο καλείται και η Ελλάδα να αποφασίσει το τι πραγματικά θέλει. Θέλει να προχωρήσει και αυτή προς την πορεία των δικών της μεταρρυθμίσεων ή θέλει να αποδομήσει όσα έχτιζε τόσο καιρό με κόπο και θυσίες των Ελλήνων πολιτών;

Ομολογώ πως δεν είμαι απολύτως σίγουρος για την απάντηση. Η πίεση που ασκήθηκε στην κοινωνία τα τελευταία πέντε χρόνια, με την τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή και τις διαρθρωτικές αλλαγές που υιοθετήθηκαν, οδήγησε σε κόπωση και σε απογοήτευση. Οι κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης Σαμαρά, πλήρωσαν το πολιτικό κόστος. Λιγότερο ή περισσότερο πλήρωσαν και δικά τους λάθη. Και  δομικά προβλήματα των προγραμμάτων προσαρμογής. Αναμφίβολα όμως πλήρωσαν επίσης την έλλειψη εθνικής συνεννόησης και την έκρηξη του εγχώριου λαϊκισμού.

Η νέα κυβέρνηση έχοντας νωπή εντολή μπορεί να κάνει τη δική της διαπραγμάτευση επιδιώκοντας τη μεγαλύτερη δυνατή ευελιξία, χωρίς όμως να χάνει τους βασικούς στόχους: να ανακτήσει το ελληνικό δημόσιο την εμπιστοσύνη των αγορών, ώστε να μπορεί να δανείζεται χωρίς να χρειάζεται την τρόικα και τους θεσμούς, και να καταστεί η ελληνική οικονομία ανταγωνιστική, φιλική στις επενδύσεις και εξαγωγική, έτσι ώστε να μπει σε ρυθμό ανάπτυξης και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Για να γίνει αυτό απαιτούνται δύο προϋποθέσεις: υπεράσπιση στη διαπραγμάτευση κάθε θέσης που οδηγεί την Ελληνική οικονομία σε μια πορεία διατηρήσιμης ανάπτυξης, αλλά και επίγνωση του ρυθμιστικού πλαισίου της ευρωζώνης.

Θα ήταν λάθος να επιβεβαιωθεί μια ανάσχεση του μεταρρυθμιστικού κύματος, ένα «ξήλωμα του πουλόβερ» με σκοπό είτε την ικανοποίηση συντεχνιακών αιτημάτων είτε την εκπλήρωση προεκλογικών απωθημένων. Θα ήταν λάθος να εξαϋλωθούν αρκετά από τα επιτεύγματα που η προηγούμενη Κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά με κόπο και πολιτικό κόστος κατάφερε να κάνει πραγματικότητα. Θα ήταν άδικο, πρώτα από όλα για τους ίδιους τους Έλληνες αν στο τέλος  δεν συζητούμε για το ποιο θα είναι το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2015, αλλά για το που θα κυμανθεί το πρωτογενές έλλειμμα. Όπως είναι άδικο πρωτίστως για τις θυσίες των Ελλήνων ότι δεν συζητάμε πλέον για την ολοκλήρωση του προγράμματος και την είσοδο μας σε μια νέα εποχή αλλά στο πόσο μεγάλο ή μικρό θα είναι το τρίτο Μνημόνιο που η Κυβέρνηση θα αναγκαστεί να υπογράψει.

Το ζητούμενο όμως τώρα είναι η χώρα να παραμείνει όρθια, να καταλήξουμε σε μια πραγματικά δίκαια και υποστηρικτική για την οικονομία συμφωνία και να επιστρέψουμε στην ομαλότητα και στην αντιμετώπιση των πολλών και σύνθετων προβλημάτων. Να περάσουμε στην ολοκλήρωση της εφαρμογής των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων που πρέπει να έχουν ευρωπαϊκή σφραγίδα και τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί η Κυβέρνηση, η οποία  θα πρέπει να αποφύγει όχι το πολιτικό, αλλά το εθνικό κόστος. Και με την σειρά της η αντιπολίτευση να απέχει από κάθε λαϊκιστική πρακτική.

 

Ακόμα περισσότερο, μετά το κλείσιμο της συμφωνίας θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της ανάκτησης της χαμένης εμπιστοσύνης για την Ελλάδα και την Οικονομία της. Διότι, ας το δεχθούμε όλοι: τους τελευταίους μήνες, ανεξαρτήτως των προθέσεων της κυβέρνησης, έχει γίνει μεγάλη ζημιά σε αυτό το επίπεδο. Οφείλουμε να εκπλήξουμε θετικά αγορές και επενδυτές ώστε να εμπιστευθούν και πάλι την Ελλάδα πείθοντάς τους για την επιστροφή της χώρας στην ευρωπαϊκή κανονικότητα. Μόνο έτσι θα κερδίσουμε το στοίχημα του επιχειρείν και της ανάπτυξης. 

Ελπίζω παράλληλα ότι και οι εταίροι μας στη ευρωζώνη θα δείξουν την απαραίτητη κατανόηση και ευελιξία στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται αυτές τις μέρες. Πρέπει να βρούμε έναν κοινό παρονομαστή, να αποδείξουμε ότι μπορούμε να υπερβούμε στερεότυπα, επιβλαβείς δογματισμούς και έλλειψη πολιτικής θέλησης. Αυτό που σημειώνω τώρα, σημείωσα σε μια αντίστοιχη συζήτηση του Ιδρύματος Hanns Seidel στις Βρυξέλλες τον περασμένο Νοέμβριο, όταν διαπραγματευόταν η δική μας κυβέρνηση:

Αποφασιστικότητα για μεταρρυθμίσεις από την ελληνική πλευρά, πολιτική κατανόηση από τους εταίρους μας.  

 

 

Κυρίες και κύριοι, 

 

Δεν πιστεύω σε μαγικές λύσεις, πιστεύω όμως στην ψυχραιμία, την διορατικότητα και τη συνεννόηση που επιτάσσουν οι καιροί. Πιστεύω στα συγκριτικά πλεονεκτήματα τόσο της Ευρώπης όσο και της Ελλάδας και στην ανάγκη άμεσης αξιοποίησης τους. Το σταυροδρόμι των προκλήσεων είναι μπροστά μας και καλούμαστε να επιλέξουμε τον σωστό δρόμο. Τον δρόμο της ευθύνης και της συνέπειας απέναντι στο κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον. Οι δυσκολίες για την Ευρώπη και την ευρωζώνη είναι πολύ μεγάλες, αλλά η αποτυχία δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή. Ακόμα πιο οξυμένα αλλά και πιο επείγοντα είναι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι ένα δεύτερης κατηγορίας κράτος μέσα στην ευρωζώνη. Δεν ήταν αυτό το όραμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή που έβαλε την Ελλάδα στην Ενωμένη Ευρώπη, δεν είναι αυτό που επιθυμεί η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, δεν είναι αυτό που θέλουν για την Ελλάδα οι Ευρωπαϊκοί λαοί. Η επιτυχία της Ελλάδας, θα είναι και επιτυχία της Ευρώπης. Με γνήσια πατριωτική προσπάθεια στην Ελλάδα και με στήριξη αυτής της προσπάθειας από την Ευρώπη, η Ελλάδα θα τα καταφέρει!