Κωστής Χατζηδάκης

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors

Δικαιοσύνη και Ακεραιότητα: Ομιλία στη Διεθνή Διαφάνεια

justice_120x80

“Αν δεν το θελήσουμε εμείς οι ίδιοι, κανείς νόμος δεν αρκεί για να εξαφανίσει αθέμιτες πρακτικές, είτε στο επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας, είτε στο επίπεδο των δικαστηρίων, είτε στην καθημερινή μας πρακτική.”

Εισήγηση του Κ. Χατζηδάκη στο συνέδριο της Διεθνούς Διαφάνειας με θέμα “Δικαιοσύνη και Ακεραιότητα”
10 Μαΐου 2011
 
Δεν μπορώ να μην μπω στον πειρασμό, και λόγω της ιδιότητάς μου, ως τομεάρχη Ανάπτυξης, να κάνω μια μικρή παρατήρηση συναφή, όμως, με το θέμα. Μια παρατήρηση που αφορά το μείζον ζήτημα της προσέλκυσης επενδύσεων και το ρόλο της δικαιοσύνης σε αυτό.
 
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που κάνουν ένα τόπο μη ελκυστικό στις επενδύσεις. Είναι η ανασφάλεια ως προς τις προοπτικές επιτυχίας, είναι η αστάθεια στο φορολογικό σύστημα, είναι η υψηλή φορολογία. Ένας όμως από τους λόγους αυτούς είναι και ο τρόπος που λειτουργεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, η δικαιοσύνη. Η κυβέρνηση, με το νόμο που έφερε πρόσφατα για τις στρατηγικές επενδύσεις, το λεγόμενο fast track, προσπάθησε να αντιμετωπίσει κάποια από τα εμπόδια νομικής φύσης που διώχνουν τις μεγάλες επενδύσεις από τη χώρα. Ωστόσο, όσον αφορά ζητήματα χωροταξίας και περιβάλλοντος, όπου εμπλέκεται το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο νέος νόμος στην ουσία δεν βοηθά επαρκώς. Παραπέμπει το ζήτημα μια ώρα αρχύτερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας του εμμέσως, να έρθει σε σύγκρουση με την πάγια νομολογία του. Επαφίεται, λοιπόν, στην καλή διάθεση του Συμβουλίου της Επικρατείας να αλλάξει τη νομολογία του σε σχέση με χωροταξικά και περιβαλλοντικά θέματα. Αντίθετα, για την ουσιαστική αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών το κράτος πρέπει να καλύψει το έλλειμμα χωροταξικού πλαισίου και χρήσεων γης, τουλάχιστον σε περιοχές όπου κατευθύνονται οι επενδύσεις. Είναι η μόνη ασφαλής νομική λύση.
 
Μετά τη σύντομη αυτή παρατήρηση, την οποία όμως θεωρώ σημαντική και επιβεβλημένη καθώς σχετίζεται με το πώς η δικαιοσύνη είναι αλληλένδετη με την ανάπτυξη της χώρας μας, περνάω στο θέμα της σημερινής συζήτησης. Που αφορά στην Ακεραιότητα της Ελληνικής Δικαιοσύνης. Νομίζω συμφωνούμε όλοι ότι τρία είναι τα βασικά προβλήματα που δημιουργούν ερωτηματικά ως προς την Ακεραιότητα στον τομέα της Δικαιοσύνης:
 
1) Η Ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας που συνδέεται με τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης.
 
2) Ο ουσιαστικός έλεγχος της δικαστικής εξουσίας που σχετίζεται με το πόθεν έσχες, ζητήματα κακοδικίας κ.α.
 
3) Η επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης, καθώς οι μεγάλες καθυστερήσεις οδηγούν ουσιαστικά σε αρνησιδικία και αυξάνουν τη δυσπιστία των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη.
 
Ας πάρουμε τους άξονες με τη σειρά.
 
Ο τρόπος εκλογής της ανώτατης ηγεσίας της δικαιοσύνης, είναι ένα ζήτημα που παραδοσιακά έχει απασχολήσει το δικαστικό κλάδο και για το οποίο, δυστυχώς, δεν μπόρεσε να υπάρξει η απαραίτητη εθνική συνεννόηση ώστε να αλλάξει. Αποτέλεσμα, να μένουμε ουσιαστικά στις προβλέψεις του 1975. Ο αριθμός των αντιπροέδρων, ένα ζήτημα που έθιξε και ο καθηγητής κ. Χρυσόγονος, είναι ασφαλώς ένα θέμα που πρέπει να συζητηθεί. Ωστόσο πιο σημαντικό είναι να βρεθεί μια κοινή συνιστώσα για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας. Με αξιοκρατικό, διαφανή και σύγχρονο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη το παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών και μη χωρών που βρίσκονται πάνω από εμάς σε ζητήματα διαφάνειας. Αποφεύγοντας τη σημερινή εμπλοκή της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και το ενδεχόμενο η δικαιοσύνη να μεταβληθεί σε ένα κλειστό κύκλωμα, χωρίς λογοδοσία και συνταγματικό έλεγχο.
 
Θα μπορούσαν να εξεταστούν οι παρακάτω προτάσεις στον τομέα αυτό:
 
Θεσμοθέτηση εκλεκτορικού σώματος, το οποίο θα απαρτίζεται από τους προέδρους των άλλων δύο άλλων ανώτατων δικαστηρίων, από ορισμένο αριθμό καθηγητών πρώτης βαθμίδας των νομικών σχολών που ορίζονται με κλήρωση, από δικηγόρους που έχουν συμπληρώσει 25-30 χρόνια υπηρεσίας και θα ορίζονται επίσης με κλήρωση καθώς και από εκπροσώπους των κομμάτων.

Θεσμοθέτηση αυστηρά επιλεγμένου σώματος, το οποίο θα προεδρεύεται από τον υπουργό Δικαιοσύνης και στο οποίο θα μετέχουν ίσος αριθμός ανωτάτων δικαστών απ’ όλα τα ανώτατα δικαστήρια και Βουλευτών ανάλογα με την κοινοβουλευτική δύναμη των κομμάτων. Τόσο οι δικαστές όσο και οι βουλευτές θα ορίζονται με κλήρωση.

Εκλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από τη διάσκεψη των προέδρων της Βουλής με αυξημένη πλειοψηφία 4/5 κατά τα πρότυπα της επιλογής των προέδρων των ανεξάρτητων αρχών.

Ωστόσο, ειδικότεροι από εμένα για το συγκεκριμένο θέμα, υποστηρίζουν ότι μεγαλύτερη σημασία από την επιλογή της ηγεσίας έχει η σωστή αξιολόγηση των δικαστών και η επιλογή των μελών του Ανώτατου Δικαστηρίου. Το ζήτημα επομένως είναι ευρύτερο.

Εν πάση περιπτώσει το ζήτημα της ακεραιότητας της Δικαιοσύνης δεν το λύνει μόνο μια νέα ηγεσία. Είναι απαραίτητο να εξετάσουμε και ζητήματα ελέγχου της δικαστικής εξουσίας. Ένα θέμα είναι αυτό του πόθεν έσχες, που πολύ σωστά έθεσε ο κεντρικός ομιλητής. Έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για το πόθεν έσχες των Βουλευτών. Ασφαλώς και πρέπει να γίνουν βελτιώσεις σχετικά με τη διαφάνεια στον τομέα αυτό. Ορθώς αναμένεται από τους Βουλευτές να δώσουν το καλό παράδειγμα. Ωστόσο, οφείλουμε όλοι να παραδεχτούμε ότι όλη η διαφθορά δεν εντοπίζεται στις τάξεις των πολιτικών. Και έρχομαι να συμφωνήσω με τον κ. Χρυσόγονο ότι πρέπει να αναβαθμιστεί ο τρόπος ελέγχου του πόθεν έσχες και των δικαστικών λειτουργών, μεταξύ άλλων. Πρέπει το πόθεν έσχες να είναι γραμμένο με κατανοητό για το ευρύ κοινό τρόπο και να είναι εύκολα προσβάσιμο μέσω του διαδικτύου. Ο δε έλεγχος να τελείται από εξειδικευμένο προσωπικό που θα έχει αυτό ως κύριο αντικείμενό του.
 
Παράλληλα με το ζήτημα του πόθεν έσχες, πρέπει να αντιμετωπίσουμε με θάρρος φαινόμενα κακοδικίας, ενδεχόμενου έμμεσου αθέμιτου ελέγχου των δικαστών από ανώτερες βαθμίδες της δικαιοσύνης, καθώς και το ζήτημα του πειθαρχικού ελέγχου των λειτουργών της Θέμιδος. Γνωρίζουμε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 99 του Συντάγματος, οι αγώνες «κακοδικίας» κατά των δικαστών δικάζονται από ένα ιδιαίτερης σύνθεσης δικαστήριο. Ωστόσο, στην πράξη βλέπουμε ότι από το 1952 το σύστημα αυτό ουσιαστικά δεν λειτουργεί. Αν δεν κάνω λάθος μόνο μια αγωγή έχει γίνει δεκτή μέχρι σήμερα.
 
Το θέμα των μεταθέσεων, των προαγωγών και των κρίσεων των δικαστικών λειτουργών είναι ένα ζήτημα που αφορά την εσωτερική δικαστική ανεξαρτησία. Θεωρώ σωστή την άποψη που εκφράζεται από τον κ. Χρυσόγονο. Για να υπάρχει αντικειμενικότητα στην εσωτερική κρίση των δικαστικών λειτουργών θα πρέπει ο κοινός νομοθέτης να έχει τη δυνατότητα να θεσπίσει ένα δεσμευτικό για τα κρίνοντα όργανα σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων για τις υπηρεσιακές μεταβολές δικαστών και εισαγγελέων. Αντικειμενικά κριτήρια θα πρέπει να ισχύουν και για τον ορισμό δικαστικών λειτουργών από τους προϊσταμένους τους για το χειρισμό υποθέσεων.
 
 
Τέλος, ως προς το ζήτημα της γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης. Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης αυξάνει τη δυσπιστία των πολιτών καθώς στο μυαλό ορισμένων δημιουργούνται ερωτήματα ως προς ενδεχόμενες σκοπιμότητες. Δεν τολμώ να μιλήσω για επιτάχυνση στην απονομή της Δικαιοσύνης. Τον άτυχο τίτλο της επιτάχυνσης φέρουν, μεταξύ άλλων, 34 Νομοθετήματα τα τελευταία χρόνια. Το αποτέλεσμα ωστόσο, παρά τις γενναίες και συστηματικές προσπάθειες των προηγούμενων Υπουργών Δικαιοσύνης, συνεχίζει να μας απογοητεύει. Η αποτυχία μας στον τομέα αυτό σφραγίζεται με σχεδόν 400 καταδικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου. Τα αίτια είναι πολλά. Ένα από αυτά είναι σίγουρα οι περίπου 440.000 μηνύσεις που καταθέτουν κατ’έτος οι Έλληνες κατ’αλλήλων! Αλλά υπάρχουν και άλλα. Και ενώ όλοι παραδεχόμαστε το πρόβλημα, αρνούμαστε ακόμα και να συζητήσουμε ορισμένες προτάσεις που έχουν κατά καιρούς τεθεί στο τραπέζι. Δε συζητάμε να σπάσουν τα μεγάλα Πρωτοδικεία της χώρας. Δε συζητάμε να επεκταθεί το ωράριο των δικαστηρίων. Δε συζητάμε να μειωθούν οι δικαστικές διακοπές. Μαγικές λύσεις, δυστυχώς, δεν υπάρχουν.
 
Φίλες και φίλοι,
 
Παρεμβάσεις σαν και αυτές που προτείνονται είναι αναγκαίες. Ωστόσο, τέτοιου είδους παρεμβάσεις έχουν γίνει κατά καιρούς, χωρίς να έχουν πάντοτε τα ποθούμενα αποτελέσματα. Καμιά παρέμβαση, όσο άρτια και αν είναι, δεν είναι αρκετή. Και αυτό γιατί καμιά παρέμβαση δεν μπορεί να αλλάξει τη νοοτροπία μας. Ένα νομοθετικό πλαίσιο που μπορεί να έχει άριστα αποτελέσματα σε μια άλλη χώρα της Ευρώπης, ακόμα και αν μεταφερθεί αυτούσιο στη χώρα μας, μπορεί να μην πετύχει αν δεν συνοδεύεται από την ουσιαστική αποδοχή και την απαρέγκλιτη τήρησή του από τους ενδιαφερόμενους. Αν δεν το θελήσουμε εμείς οι ίδιοι, κανείς νόμος δεν αρκεί για να εξαφανίσει αθέμιτες πρακτικές, είτε στο επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας, είτε στο επίπεδο των δικαστηρίων, είτε στην καθημερινή μας πρακτική. Δεν θα αλλάξει η Ελλάδα αν δεν αλλάξουμε πρώτα εμείς. Η αλλαγή νοοτροπίας, λοιπόν, είναι βασική προτεραιότητα αν θέλουμε να κάνουμε ένα ποιοτικό άλμα και στον κρίσιμο τομέα της απονομής δικαιοσύνης.

Μετάβαση στο περιεχόμενο