Κωστής Χατζηδάκης

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors

“Η κόκκινη γραμμή που λείπει” – Άρθρο του Κωστή Χατζηδάκη στην ιστοσελίδα www.capital.gr

kokkini_grammi_moluvi

Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται, δεν είναι θέμα καλών προθέσεων, δεν είναι θέμα ευχών και προσευχών. Είναι προϊόν δουλειάς και ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων. Είναι θέμα μείγματος μακροπρόθεσμης πολιτικής και την πολιτική αυτή θα πρέπει να την ανακαλύψουμε από κοινού. Εντοπίζοντας τις βέλτιστες πρακτικές, απενοχοποιώντας την επιχειρηματικότητα. Και αντιλαμβανόμενοι ότι πραγματικό ζητούμενο για μια χώρα που πασχίζει να βρει τον βηματισμό της είναι να στραφεί στην  παραγωγή πλούτου και όχι στη διανομή της φτώχειας.

 

 

kokkini_grammi_moluviΕνώ η διαπραγμάτευση με τους δανειστές βρίσκεται στο τελικό της στάδιο, η Κυβέρνηση υπερασπίζεται κόκκινες γραμμές (μισθούς, συντάξεις κλπ), αλλά παράλληλα αγνοεί την κόκκινη γραμμή που αφορά τις επενδύσεις και την απασχόληση. Ωστόσο, χωρίς επενδύσεις και απασχόληση,  όχι μόνο θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο η ήδη τρομακτικά υψηλή ανεργία, αλλά θα πληγεί περαιτέρω τόσο το ασφαλιστικό σύστημα, όσο και τα φορολογικά έσοδα. Το κράτος θα ξεμείνει από ασφαλιστικές εισφορές και φόρους. Και έτσι θα πάνε περίπατο και οι υπόλοιπες κόκκινες γραμμές. 

Ξέρω πως η επικρατούσα ίσως θεωρία είναι πως θα σωθούμε από τις δημόσιες επενδύσεις και τα επενδυτικά πακέτα των Βρυξελλών. Ωστόσο, σύμφωνα με τη γνωστή μελέτη της McKinsey, το νέο ΕΣΠΑ μπορεί να αντιστοιχεί το πολύ με το 1/5 των αναγκαίων επενδύσεων στη χώρα την επόμενη εξαετία. Χρειαζόμαστε δηλαδή ιδιωτικές επενδύσεις! Τι είναι αυτό που τις εμποδίζει; Το μυαλό πολλών πάει στους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές. Μακάρι να ήταν μόνο αυτό. Αφήστε που και η Βουλγαρία με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, δεν έχει υψηλότερες επενδύσεις από την Ολλανδία, που έχει μεγαλύτερους συντελεστές φορολογίας. Για να μην πω ότι για τους επενδυτές σημαντικότερος παράγων είναι το σταθερό φορολογικό σύστημα. Πράγμα που με ευθύνη και της Τρόικα τα προηγούμενα χρόνια δεν έγινε κατορθωτό. 

Πολλές άλλες από τις βασικές προϋποθέσεις που θα καταστήσουν την χώρα μας ελκυστική για επενδύσεις, αυτή την στιγμή βρίσκονται στον αέρα. Η πρώτη είναι η αναγκαία ρευστότητα. Οι τράπεζες με την ανασφάλεια των τελευταίων μηνών, αλλά και την «ηρωϊκή» διαπραγμάτευση, έχουν εξασθενήσει σημαντικά. Εάν οι τράπεζες δεν έχουν λεφτά για να δώσουν δάνεια, δεν μπορούν και οι επενδυτές να αντλήσουν τα αναγκαία κεφάλαια.

Δεύτερη προϋπόθεση είναι οι ριζικές παρεμβάσεις για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας σε επιμέρους τομείς της αγοράς και της Οικονομίας. Τα προηγούμενα χρόνια υπήρξαν στοχευμένες παρεμβάσεις (απλούστευση νομικής σύστασης εταιρειών μέσω ΓΕΜΗ, εισαγωγή της ΙΚΕ, προτυποποιημένα καταστατικά, ριζικά νέο πλαίσιο αγορανομικών και υγειονομικών διατάξεων κοκ)  που μέτρησαν θετικά για την Ελλάδα στους πίνακες κατάταξης όλων των διεθνών οργανισμών (Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΟΣΑ κλπ). Οι παρεμβάσεις αυτές   πρέπει να συνεχιστούν και από τη σημερινή κυβέρνηση. Η κυβέρνηση όμως δεν πιστεύει πραγματικά στις μεταρρυθμίσεις. Παράδειγμα η εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ: Την ενοχοποίησε, θεώρησε στη συνέχεια ότι «υπέκλεψα» προσωπικά τη σφραγίδα του ΟΟΣΑ, ανακοίνωσε κατόπιν ότι θα εφαρμόσει μέτρα τόσο από την εργαλειοθήκη 1 (μη συνταγογραφούμενα φάρμακα), όσο και από την εργαλειοθήκη 2 (ποτά και πετρελαιοειδή) και τώρα φαίνεται χαμένη σε ένα πέλαγος αμφιβολιών και αντιφάσεων. 

Επόμενη προϋπόθεση αποτελεί η ευελιξία στην αγορά εργασίας. Χωρίς να επιδιώκουμε την αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων, οφείλουμε να μην επιστρέψουμε στις αγκυλώσεις στην αγορά εργασίας και να δώσουμε επιπλέον ευκαιρίες στους επενδυτές να προσλάβουν περισσότερους υπαλλήλους, αλλά και στους ανέργους να βρουν δουλειά. 

Προσθέτω σε αυτά τις ακόλουθες παραμέτρους:

Α. Την απλοποίηση των αδειοδοτήσεων των επιχειρήσεων, υπενθυμίζοντας ότι μετά τη ψήφιση, πέρυσι τον Μάιο, του σχετικού νόμου-πλαισίου (4264) και την έκδοση υπουργικής απόφασης, πέρυσι τον Δεκέμβριο, για ριζική απλούστευση των αδειοδοτήσεων σε 103 δραστηριότητες, η σημερινή κυβέρνηση επί 4 μήνες αδρανεί.

Β. Την εξυγίανση και την αποτελεσματικότητα του δημοσίου τομέα, που δεν θα καταστεί σύμμαχος της επιχειρηματικότητας χωρίς αξιοκρατία και χωρίς αξιολόγηση. Μόνο που τώρα, οδηγείται πάλι στην αντίθετη κατεύθυνση. Και

Γ. Ένα πιο εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο που θα διευκολύνει τις εξαγωγές. Μόνο που τους τελευταίους μήνες έχει εγκαταλειφθεί πλήρως η προσπάθεια που είχε ξεκινήσει και είχε στηριχθεί από τους ίδιους τους εξαγωγείς για λιγότερη γραφειοκρατία, 24ωρη λειτουργία των μεγάλων τελωνείων, το ηλεκτρονικό single window κλπ.

Μην τρέφουμε όμως αυταπάτες. Κανένα παραγωγικό μοντέλο δεν μπορεί να στεριώσει, καμία επένδυση δεν πρόκειται να έλθει αν προηγουμένως δεν έχει επικρατήσει κλίμα εθνικής συνεννόησης και αν δεν τιθασευτεί ο λαϊκισμός. Όπως ένας ξυλοκόπος δεν πάει να κόψει ξύλα  σε ένα δάσος που φλέγεται, έτσι και ένας επενδυτής –ακόμα και ο πιο εύπιστος επενδυτής– δεν θα πάει να επενδύσει σε μια χώρα που αλληλοσπαράσσεται πολιτικά και όπου δεν υπάρχει η στοιχειώδης συνεννόηση τουλάχιστον στα βασικά. Για να υπάρξουν όμως οι προϋποθέσεις εθνικής συνεννόησης θα πρέπει να χτυπήσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του και να εστιάσουμε στο φαινόμενο του λαϊκισμού, στον οποίο κατέχουμε πανευρωπαϊκό ρεκόρ, με τεράστια απόσταση από το δεύτερο. Ενδεικτικό είναι πως στην Ελλάδα είναι περισσότεροι αυτοί που πιστεύουν ότι το μνημόνιο φταίει για την κρίση και όχι η κρίση για το μνημόνιο. Και ενδεχομένως πολλοί πιστεύουν ότι μπορούμε να έχουμε επενδύσεις χωρίς επενδυτές, αλλά και εργαζόμενους χωρίς επιχειρηματίες. Με αυτές τις αντιλήψεις ούτε ο τόπος προχωράει, ούτε θα πείσουμε κανέναν για τη σοβαρότητά μας.  

Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται, δεν είναι θέμα καλών προθέσεων, δεν είναι θέμα ευχών και προσευχών. Είναι προϊόν δουλειάς και ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων. Είναι θέμα μείγματος μακροπρόθεσμης πολιτικής και την πολιτική αυτή θα πρέπει να την ανακαλύψουμε από κοινού. Εντοπίζοντας τις βέλτιστες πρακτικές, απενοχοποιώντας την επιχειρηματικότητα. Και αντιλαμβανόμενοι ότι πραγματικό ζητούμενο για μια χώρα που πασχίζει να βρει τον βηματισμό της είναι να στραφεί στην  παραγωγή πλούτου και όχι στη διανομή της φτώχειας.

Αφού λοιπόν η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη διαπραγμάτευση με τόσο ηρωϊκό τρόπο, ας αντιμετωπίσει την απασχόληση και τις επενδύσεις ως κόκκινη γραμμή! Αλλάζοντας όμως αντιλήψεις και ακολουθώντας την πολιτική άλλων ευρωπαϊκών κρατών που έχουν πολύ χαμηλότερη ανεργία από εμάς. Και ας κατανοήσει πως αν δεν εγκαταλείψει τις σημερινές της δοξασίες, επιστρέφοντας στην κοινή λογική, κανένας σοβαρός επενδυτής δεν πρόκειται να επενδύσει στην Ελλάδα με τη χώρα να κινδυνεύει να χάσει ολόκληρη τη δεκαετία. Ακόμα και αν μας χαρίσουν ολόκληρο το δημόσιο χρέος!

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο