Να αρνηθεί η κυβέρνηση τον εαυτό της - Εφημερίδα Αγγελιοφόρος της Κυριακής

Στην έκθεση της που θα έχει δοθεί στη δημοσιότητα την ημέρα δημοσίευσης της συνέντευξής σας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως μαθαίνουμε, προχωρά σε αυστηρές συστάσεις προς την Ελλάδα για λήψη μέτρων, προκειμένου να εξασφαλισθεί η διατηρησιμότητα των κριτηρίων του Μάαστριχτ. Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα για τη χώρα μας;
Προφανώς η Κομισιόν αντιλαμβάνεται – κι όχι αδικαιολόγητα εδώ που τα λέμε - ότι η Ελλάδα χρειάζεται πολλές παρεμβάσεις στην οικονομία της, προκειμένου να σταθούμε με αξιώσεις στη μετά-ΟΝΕ εποχή, στο άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον της νομισματικής ένωσης, άπαξ και μπούμε σε αυτήν. Είναι αντικειμενική ανάγκη – είτε μας το τονίζει η Επιτροπή είτε όχι – να είμαστε όντως μια υγιής οικονομία. Η ΟΝΕ δεν είναι πανάκεια, απλά θέτει ένα νέο πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής για όλες τις κυβερνήσεις, οι οποίες υποχρεώνονται πλέον να εγκαταλείψουν τις «παροχές με δανεικά» και να αναδείξουν σε πρώτιστο στόχο την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Αλλα τα προβλημάτα παραμένουν και το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν έχει επιτευχθεί η πραγματική σύγκλιση. Στην έκθεση της Κομισιόν εκφράζεται προβληματισμός για τη διατηρησιμότητα του πληθωρισμού στα σημερινά επίπεδα και προτείνεται, μεταξύ άλλων, η δραστική μείωση του κράτους, ώστε να αντιμετωπιστεί το υπέρογκο δημόσιο χρέος της Ελλάδας. Θα έλεγα ότι τέτοιες πολιτικές έπρεπε να είχαμε ακολουθήσει πολλά χρόνια τώρα, με στόχο την πραγματική σύγκλιση κι όχι αποκλεστικά την οριακή εκπλήρωση των ονομαστικών κριτηρίων. Και για να απαντήσω στο ερώτημά σας αν τώρα αρχίζουν τα δύσκολα για την Ελλάδα, είναι σίγουρο ότι θα αντιμετωπίζαμε πολύ λιγότερες δυσκολίες στη μετά-ΟΝΕ εποχή αν είχαμε προσεγγίσει τις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες σε πραγματικούς – κι όχι μόνο σε ονομαστικούς – όρους.


Από την πλευρά του, ο Πρωθυπουργός διακηρύττει ότι σ’αυτή την τετραετία, απαλλαγμένος από τα «βαρίδια» του παρελθόντος (εσωκομματικές ισορροπίες, συντεχνιακά συμφέροντα, κλπ), θα προχωρήσει το εκσυγχρονιστικό του έργο στην κοινωνία και την οικονομία πολύ ταχύτερα. Τον πιστεύετε;

Κατ’αρχήν, να σας θυμίσω ότι στην πολιτική τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Ως Έλληνας πολίτης εύχομαι στην κυβέρνηση να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, προκειμένου να πάει μπροστά η πατρίδα μας και να πετύχουμε ανάπτυξη με κοινωνική συνοχή. Δυστυχώς, όμως, δεν μπορούμε να είμαστε και αισιόδοξοι. Με την ατολμία που έχει δείξει το κυβερνών κόμμα όλα αυτά τα χρόνια και με την αδυναμία του να προβεί στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές που χρειάζεται ο τόπος, αναρωτιέμαι «Θα αρνηθεί η κυβέρνηση τον εαυτό της;».



Ειδικές συστάσεις γίνονται στην έκθεση για το πρόβλημα της ανεργίας στην Ελλάδα, με ειδικές αναφορές στη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας. Έχοντας υπόψη τις προγραμματικές δηλώσεις στη Βουλή του Υπουργού Εργασίας, αλλά και τις προτάσεις Παπαδήμου, πόσο κοντά θεωρείτε ότι βρίσκεται η ελληνική κυβέρνηση σε μια λύση του προβλήματος;
Η ανεργία είναι χωρίς αμφιβολία το υπ’αριθμόν θέμα που απασχολεί την ΕΕ σήμερα. Κι ενώ όλοι συμφωνούμε ότι η δημιουργία απασχόλησης είναι η πρώτη προτεραιότητα, έχει μεγάλη σημασία τί κάνουμε στην πράξη για να καταπολεμήσουμε την ανεργία. Δυστυχώς, το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξυμένο στην Ελλάδα, η μόνη χώρα στην οποία η ανεργία αυξάνεται ! Κι αυξάνεται, διότι η αγορά εργασίας στη χώρα μας παραμένει ιδιαίτερα άκαμπτη, την ίδια στιγμή που όλες οι άλλες κοινοτικές χώρες προβαίνουν σε δραστική απελευθέρωση και ενίσχυση της ευελιξίας, προκειμένου να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας. Στο θέμα αυτό θα έχετε παρατηρήσει ότι άλλα λέει ο κ. Παπαδήμος - ο οποίος τονίζει την ανάγκη μεγαλύτερης ευελιξίας στην αγορά εργασίας - κι άλλα ο κ. Παπαντωνίου, για τον οποίο περιέργως όλα βαίνουν καλώς. Αντί ωστόσο, να σχολιάσω αυτές τις αντικρουόμενες απόψεις, να σας πω πολύ απλά τί πιστεύω εγώ. Θεωρώ ότι με την επικράτηση της παγκοσμιοποίησης και με την έλευση της Κοινωνίας των Πληροφοριών σε όλα τα πεδία της οικονομίας, η ευελιξία επιβάλλεται εκ των πραγμάτων, είτε το θέλουμε είτε όχι. Αντίθετα, η ακαμψία πλήττει τους ίδιους τους εργαζόμενους, τους οποίους υποτίθεται ότι έρχεται να προστατέψει, διότι τελικά η ακαμψία αυξάνει την ανεργία!


Αντίστοιχα, πώς βλέπετε να εξελίσσονται τα πράγματα στο ασφαλιστικό ζήτημα; Ζώντας στις Βρυξέλλες, πώς βλέπετε να αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι την κατάσταση που επικρατεί στο ασφαλιστικό μας σύστημα, αλλά και τις δεσμεύσεις του Πρωθυπουργού ότι «δεν θα θιγούν ώριμα δικαιώματα»;
Τυπικά, το ασφαλιστικό δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της ΕΕ, αλλά στο βαθμό που αγγίζει τα δημοσιονομικά και παρουσιάζεται ως σοβαρό πρόβλημα σε όλα τα κράτη μέλη, το ζήτημα αυτό τέθηκε και στη σύνοδο κορυφής της Λισαβόνας. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι στην Ελλάδα χρειαζόμαστε ένα σύστημα που θα βασίζεται σε τρεις άξονες. Πρώτον, ένα δημόσιο πρόγραμμα συνταξιοδότησης υπέρ των ασθενέστερων. Δεύτερον, συνταξιοδοτικά προγράμματα κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα, με βάση τους «προσωπικούς λογαριασμούς» κάθε ασφαλισμένου. Τρίτον, επικουρικά ιδιωτικά προγράμματα για όσους επιθυμούν να συμπληρώσουν τον προσωπικό τους λογαριασμό. Για να είμαστε ρεαλιστές, η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος θα απαιτήσει μεγάλο χρονικό διάστημα. Αλλά γι’αυτό ακριβώς το λόγο, κάθε μέρα που περνάει επιβαρύνει τα ούτως ή άλλως καταχρεωμένα ασφαλιστικά ταμεία και οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα χωρίς καμία καθυστέρηση.



Με την αυξημένη τριβή που έχετε για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, πώς βλέπετε τη νέα κινητικότητα που αναπτύσσεται γύρω από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με την τριμερή συνάντηση Όλμπράιτ-Παπανδρέου-Τζεμ και τα παρεπόμενά της;
Νομίζω ότι έφτασε η ώρα της ταμπακέρας. Μετά τις ασκήσεις δημοσίων σχέσεων όλους τους τελευταίους μήνες, είναι λογικό να περιμένει ο ελληνικός λαός να δει κάποια αποτελέσματα. Μέχρι τώρα συζητούσαμε για τις προκλήσεις, τώρα ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις. Τα μεγάλα ερωτήματα είναι τί θα κάνουν από δω και μπρος η Τουρκία και οι ΗΠΑ; Μετά από όλη την κινητικότητα, στην οποία αναφέρεστε, αλλά και μετά από όλες τις χειρονομίες που έχει κάνει η Ελλάδα, θα αποσπάσουμε επιτέλους τα οφέλη που τόσο περιμέναμε;


Πώς είδατε την έκθεση που συνέταξε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τις «κακές επιδόσεις», όπως λέει, της χώρας μας στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας;
Ασφαλώς, η έκθεση αυτή χαρακτηρίζεται από μια δόση υπερβολής, δεδομένου ότι στην «τρομοκρατία» που μας προσάπτουν οι Αμερικανοί εντάσσεται έως και η συμπεριφορά ορισμένων αναρχικών που πετούν γκαζάκια στους δρόμους. Από την άλλη μεριά, όμως, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι υπάρχει πραγματικό πρόβλημα στη χώρα μας, όπου η «17 Νοέμβρη», λόγου χάρη, παραμένει ασύλληπτη εδώ και 25 χρόνια. Αυτό δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Προτού, λοιπόν, καταγγείλουμε τους Αμερικανούς – έστω κι εν μέρει δικαιολογημένα - εγώ θα πρότεινα να δούμε τις δικές μας ευθύνες, τις ευθύνες του ελληνικού κράτους.


Περνώντας στο ελληνικό πολιτικό, η ΝΔ έφτασε και πάλι στη βρύση, αλλά νερό δεν ηπιε ούτε στις 9 Απριλίου. Ήδη σήμερα γίνεται λόγος για ευρεία οργανωτική ανασύνταξη του κόμματος. Συντάσσεστε με όσους υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές οφείλουν να είναι σαρωτικές, φτάνοντας μέχρι την αλλαγή του ονόματος, δηλαδή του κόμματος;
Μα το πρόβλημα δεν είναι το όνομα του κόμματος. Αντιθέτως, το όνομα είναι πολύ εύστοχο, ακόμη κι εύηχο, αν θέλετε. Το ζητούμενο είναι η ουσία της κομματικής δράσης, που πρέπει να βελτιωθεί. Σε ό,τι δε αφορά τον περιβόητο «μεσαίο χώρο», εγώ είμαι από τη φύση μου σε αυτό το χώρο και μου φαίνεται επιθυμητή η έκφραση του μεσαίου χώρου από τη Νέα Δημοκρατία. Η στρατηγική του μεσαίου χώρου αφορά περισσότερο την επικοινωνιακή προσέγγιση διαφόρων ζητημάτων, καθώς και το ύφος άσκησης της αντιπολίτευσης. Στο πλαίσιο αυτό θεωρώ ότι η Ν.Δ. δεν πρέπει να διστάζει ακόμη και να δίνει συγχαρητήρια στην κυβέρνηση αν κάνει κατι σωστό. Συγχρόνως, όμως, πρέπει να ασκει έντονη κριτική όταν η κυβέρνηση κάνει κάτι επιζήμιο για τον τόπο. Τονίζω, λοιπόν, ότι η στρατιγηική του μεσαίου χώρου από μόνη της δεν αρκεί. Αφορά περισσότερο το ύφος και λιγότερο την ουσία της αντιπολίτευσης. Είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή προϋπόθεση, για να γίνει η ΝΔ κυβέρνηση. Εγώ θεωρώ εξίσου αναγκαίες προϋποθέσεις τη συλλογικότητα στη δράση μας, την ευστοχία και την πληρότητα των θέσεών μας, τη χάραξη μακροπρόθεσμης στρατηγικής με βάση τις φιλελεύθερες ιδεολογικές μας αρχές και, κατά συνέπεια, την αποφυγή υποδούλωσης στις επιταγές των δημοσκοπήσεων. Τέλος, είναι εξίσου σημαντική η πλήρης αποσαφήνιση της πολιτικής μας ταυτότητας.



Με την επανεκλογή της κ. Γιαννάκου στην Ελληνική Βουλή, «χηρεύει» η θέση του επικεφαλής της ομάδας ευρωβουλευτών της ΝΔ και το όνομά σας «παίζει» γι’αυτήν. Κάποιοι, ωστόσο, λένε ότι είστε πολύ νέος ηλικιακά για ένα τέτοιο πόστο. Άλλοι ότι ορισμένοι ίσως να μην «ανεχθούν» να μπουν κάτω από σας. Ποιες είναι οι σκέψεις σας γύρω από το θέμα αυτό;
Δεν έχω τη φιλοδοξία να γίνω επικεφαλής της ομάδας των ευρωβουλευτών της Ν.Δ.