Οι "βόμβες" της ελληνικής οικονομίας - Εφημερίδα Κέρδος

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Πριν από λίγες ημέρες δόθηκε στην δημοσιότητα η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος. Η έκθεση εκφράζει τις έντονες ανησυχίες της για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Τις ίδιες ανησυχίες εκφράζουν και μια σειρά από άλλες εκθέσεις όπως της Κομισιόν, του ΟΟΣΑ, του ΔΝΤ. Η κυβέρνηση από το 2000 και πέρα ιδίως έχει περιπέσει σε αδράνεια. Η διαφήμιση της ένταξης στην ΟΝΕ δεν αρκεί. Χρειάζεται επειγόντως κυβερνητική δράση. Η μετάθεση των προβλημάτων για το μέλλον, λειτουργεί ως ωρολογιακή βόμβα για το μέλλον.
Ας δούμε πώς προετοιμάζονται οι "εκρήξεις":
Ένα από τα σημεία στα οποία η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος δίνει ιδιαίτερη έμφαση είναι η άμεση λήψη μέτρων για το ασφαλιστικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην έκθεση διαπιστώνεται ότι τα αποτελέσματα των κυριοτέρων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας για το 2001 έχουν επιδεινωθεί σε σχέση με τα αντίστοιχα του 2000. Δυστυχώς, η κυβέρνηση δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει με σοβαρότητα τα προβλήματα του ασφαλιστικού συστήματος. Διότι, πέρυσι, μας έλεγε ότι θα καταρρεύσει το ασφαλιστικό έως το 2003, αργότερα η κατάρρευση μετατέθηκε για το 2007, ενώ πριν την παρουσίαση των τελευταίων προτάσεων η κυβερνητική θέση ήταν ότι μπορεί να αντέξει μέχρι το 2010. Τώρα με την εφεύρεση των ομολόγων, η κυβέρνηση σε μια σουρεαλιστική προσέγγιση του θέματος, υποστηρίζει ότι με τις προτάσεις δεν θα υπάρξει πρόβλημα έως το 2032.


Βεβαίως, η επιδείνωση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το ασφαλιστικό έχει άμεση σχέση με τα υψηλά ποσοστά ανεργίας στην Ελλάδα. Σύμφωνα με στοιχεία της Κομισιόν, που αφορούν το έτος 2000, η ανεργία έφθανε το 11,7% έναντι 7,9% που ήταν ο μέσος όρος των 15 χωρών της Ε.Ε. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η ανεργία πλήττει κυρίως τους νέους καθώς το ποσοστό στις ηλικίες κάτω των 24 ετών ανέρχεται σε 29,5% έναντι 15,6% που είναι ο κοινοτικός μέσος όρος. Υπενθυμίζω ότι από το Β' ΚΠΣ την περίοδο 1994-1999, εισέρευσαν στην χώρα μας περίπου 750 δις δρχ για την καταπολέμηση της ανεργίας. Επομένως η αξιοποίηση τους δεν ήταν αποτελεσματική.


Βέβαια, δεν είναι δυνατό να καταπολεμηθεί η ανεργία όταν η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Στην τελευταία έκθεση του World Economic Forum, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας είναι στην τελευταία θέση μεταξύ των κρατών της Ε.Ε. Επίσης σύμφωνα με στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, οι επενδύσεις των ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό είναι υψηλότερες, από τις επενδύσεις που κάνουν στην Ελλάδα. Απίστευτα χαμηλές είναι και οι ξένες επενδύσεις που γίνονται στην Ελλάδα και αντιστοιχούν στο 1% του ΑΕΠ, όταν στην Ιρλανδία αντιστοιχούν στο 9% του ΑΕΠ. Η κυβέρνηση αδρανεί και γι' αυτό. Προσπάθησε να αντιμετωπίσει το ζήτημα των εργασιακών σχέσεων το 2001 και το άφησε στη μέση.


Επιπλέον, η μείωση του κράτους και η απελευθέρωση των αγορών γίνονται με ρυθμούς χελώνας. Σύμφωνα με στοιχεία του Fraser Institute το οποίο μετρά τον βαθμό οικονομικής ελευθερίας σε 123 χώρες του κόσμου η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία μεταξύ των 15 της Ε.Ε και είναι πίσω από χώρες όπως η Νικαράγουα, η Κόστα Ρίκα και το Ελ-Σαλβαδόρ. Η ναυαρχίδα της κυβερνητικής αποτυχίας στον τομέα της μείωσης του κράτους αποτελεί η Ολυμπιακή Αεροπορία καθώς ουδείς μεγάλος αεροπορικός όμιλος ενδιαφέρεται πια να την αγοράσει. Αλλά και η απελευθέρωση των αγορών δεν προχωρεί ικανοποιητικά. Χαρακτηριστική η αγορά ενέργειας, η οποία τυπικά έχει κάπως απελευθερωθεί, αλλά οι σχετικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται.


Το Γ' ΚΠΣ προχωρά με απελπιστικά αργούς ρυθμούς. Αρκετές από τις διαχειριστικές αρχές, δύο χρόνια μετά την έναρξη του, στην ουσία δεν λειτουργούν. Και θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι η μη έγκαιρη απορρόφηση χρημάτων ενέχει τον κίνδυνο να χάσουμε στο τέλος σημαντικό τμήμα των κονδυλίων που θα έχουν εν τω μεταξύ σωρευθεί. Και αυτό γιατί ο νέος κανονισμός των διαρθρωτικών ταμείων προβλέπει ότι δεν μπορούμε να απορροφήσουμε πάνω από το 4% του ΑΕΠ κάθε χρονιά. Καθώς η μέση απορρόφηση για την Ελλάδα κυμαίνεται μεταξύ 3,5% και 3,8% του ΑΕΠ ετησίως, αυτό σημαίνει ότι δεν απορροφήσουμε νωρίς τα κονδύλια υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να τα χάσουμε. Κι εδώ η ευθύνη ανήκει ακέραια στην κυβέρνηση καθώς από τον Μάιο του 1999 - όταν δηλαδή εγκρίθηκε ο κανονισμός- έως σήμερα αρκέστηκε περισσότερο στο να διαφημίζει τα 9,5 τρις δραχμές που θα εισρεύσουν από τις Βρυξέλλες και λιγότερο στο πως θα δημιουργήσει του μηχανισμούς απορρόφησης και αξιοποίησης αυτών των χρημάτων. Προφανώς, τόσο σε αυτό το πρόβλημα όσο και στα προηγούμενα, η κυβέρνηση δεν πολυνοιάζεται λόγω της αδράνειας της, θα εκδηλωθούν με μεγαλύτερη ένταση από το 2004 και μετά. Ωστόσο, τις συνέπειες θα τις πληρώσουν οι Έλληνες πολίτες. Που δικαιούνται να έχουν μια κυβέρνηση που θα νοιάζονται για τις επόμενες γενεές και λιγότερο για τις επόμενες εκλογές.