Τηλεπικοινωνίες:Καιρός να σπάσουμε τις ολιγοπωλιακές πρακτικές - Εφημερίδα Η Καθημερινή της Κυριακής

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Αλήθεια, ποιος γνωρίζει ότι ένα μεγάλο μέρος από τα χρήματα που πληρώνουμε κάθε μήνα στους λογαριασμούς των εταιρειών τηλεφωνίας θα μπορούσαμε να το αποφεύγαμε; Ποιος γνωρίζει πως αν λειτουργούσαν σωστά οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού και εφαρμοζόταν πλήρως η κοινοτική νομοθεσία, ο καταναλωτής θα είχε πρόσβαση στις υπηρεσίες τηλεφωνίας με σημαντικά μικρότερο κόστος;


Δεν νομίζω ότι κάποιος θα ανακάλυπτε την Αμερική, αν υποστήριζε ότι στη χώρα μας οι έννοιες του ανταγωνισμού και της ελεύθερης αγοράς είναι παρεξηγημένες και αντιδημοφιλείς καθώς στην αντίληψη πολλών είναι συνυφασμένες με τις φοβίες που προκαλεί η ελεύθερη οικονομία και η ιδιωτική πρωτοβουλία. Έτσι καταλήξαμε να έχουμε μία κατ’ όνομα ελεύθερη αγορά, η οποία παρουσιάζει χαρακτηριστικά στρέβλωσης, δεν λειτουργεί σωστά με αποτέλεσμα να διαβάλλεται η έννοιά της και να αντιμετωπίζεται αρνητικά από τους πολίτες. Ο τομέας των τηλεπικοινωνιών στην χώρα μας είναι μία κλασική περίπτωση της στρέβλωσης των κανόνων της αγοράς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη ταυτόχρονη αύξηση των τιμών των γραπτών μηνυμάτων από τρεις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας στην χώρα μας, πρακτική την οποία καταδίκασε η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών, επιβάλλοντας πρόστιμο για εναρμονισμένη πρακτική.


Σε αντίθεση με τα δικά μας στερεότυπα, στα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχύουν τα αυτονόητα. Η απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς, και η προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού, αποτελεί καθημερινή πρακτική καθώς αποτελεί ένα μέρος της Συνθήκης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εξασφαλίζεται έτσι, μέσω των αρμόδιων ανεξάρτητων ρυθμιστικών αρχών σε κάθε χώρα, η ομαλή λειτουργία της αγοράς, αλλά και η αποφυγή ολιγοπωλίων και εναρμονισμένων πρακτικών, έτσι ώστε ο πολίτης να έχει πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Στο πλαίσιο αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με κανονισμό που θα καταθέσει τον Ιούνιο επιδιώκει να βάλει τέλος στο υψηλό κόστος των διασυνοριακών κλήσεων μειώνοντας το υψηλό κόστος των τελών περιαγωγής
(roaming) και που στόχο θα έχει την εξομοίωση των τιμολογίων των κλήσεων του εξωτερικού με αυτές του εσωτερικού.


Τα προβλήματα της αγοράς τηλεπικοινωνιών στην χώρα μας δεν εξαντλούνται, δυστυχώς, ούτε στα τέλη περιαγωγής- που εν πάση περιπτώσει είναι ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα- ούτε βέβαια στο ζήτημα των γραπτών μηνυμάτων που αναφέρθηκε παραπάνω. Το μεγαλύτερο ζήτημα στην Ελλάδα είναι οι αδικαιολόγητα υψηλές χρεώσεις στα τέλη τερματισμού (το τέλος δηλαδή που πληρώνει ένα δίκτυο κινητής ή σταθερής τηλεφωνίας σε ένα άλλο δίκτυο κινητής για να πραγματοποιηθεί μία κλήση που ξεκινά από το πρώτο δίκτυο και καταλήγει στο δεύτερο). Με πρόσφατες ερωτήσεις μου στην Επιτροπή έθεσα το θέμα αυτό, καθώς το πρόσθετο κόστος που προκύπτει από τις υψηλές χρεώσεις στα τέλη τερματισμού, οι εταιρείες το μετακυλίουν στον καταναλωτή. Ενδεικτικά απλώς αναφέρω, ότι το μέσο μέσο κόστος για το τέλος τερματισμού στην ΕΕ εκτιμάται σε 9 εώς 11 λεπτά του ευρώ ανά λεπτό ομιλίας, ενώ η για τη χώρα μας η αντίστοιχη χρέωση εκτιμάται πως είναι από 15 εώς 18 λεπτά. Μία τέτοια τακτική είναι απαράδεκτη, καθώς εκτός των άλλων, έχει ήδη εκδοθεί ο νόμος 3431/2006 με τον οποίο εναρμονίζεται η Ελλάδα προς το κοινοτικό δίκαιο σε σχέση με τις τηλεπικοινωνίες και ο οποίος αποτελεί ισχυρή νομική βάση για την μείωση των τελών τερματισμού σε επίπεδα προσαρμοσμένα στο κόστος. Μία τέτοια κίνηση θα είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την μείωση των τιμών λιανικής προς όφελος του καταναλωτή. Όπως άλλωστε γίνεται αντιληπτό από όσα στοιχεία ήδη παρατέθηκαν, αυτήν την στιγμή το κόστος για τον καταναλωτή στην Ελλάδα μπορεί να είναι μέχρι και κατά 50% μεγαλύτερο σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ, για τις μισές κλήσεις μέσω τηλεφώνου.


Αποτελεί υποχρέωση κάθε ευνομούμενης πολιτείας να διασφαλίζει κανόνες υγιούς και αποτελεσματικού ανταγωνισμού προς αποφυγή μονοπωλίων και εναρμονισμένων πρακτικών. Εχουμε τα απαραίτητα όπλα για αυτόν τον σκοπό: την κοινοτική και την εθνική νομοθεσία. Οι ανεξάρτητες αρχές κάθε χώρας έχουν ακριβώς αυτόν τον ρόλο: να παρεμβαίνουν με ρυθμιστικά μέτρα έτσι ώστε να λειτουργεί ομαλά η αγορά προς όφελος των καταναλωτών. Προκειμένου να συμβεί αυτό στην χώρα μας θα πρέπει η ΕΕΤΤ, αλλά και οι υπόλοιπες ρυθμιστικές αρχές να κινηθούν με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Θα πρέπει να πιστέψουν στις δυνάμεις τους και να συγκρουστούν με τις εταιρείες που λειτουργούν με αθέμιτο τρόπο όπως κατ’ επανάληψη έχει συμβεί σε πολλές ευρωπαικές χώρες. Πρόσφατα μάλιστα η Ευρωπαική Επιτροπή δεν δίστασε να συγκρουστεί με εταιρείες όπως η Coca – Cola, η Microsoft, κλπ επιβάλλοντας υψηλά πρόστιμα. Η ελεύθερη αγορά μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος όλων μας. Αρκεί να είναι πράγματι ελεύθερη και απαλλαγμένη από ολιγοπωλιακές πρακτικές που υπονομεύουν την ομαλή λειτουργία της, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών.