Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμέτωπη με τον θεσμικό της εαυτό - Περιοδικό Οικονομικός Ταχυδρόμος

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Πώς μπορεί να λειτουργήσει μια οντότητα σαν την Ευρωπαϊκή Ένωση, με 27 κράτη μέλη, με περίπου μισό δισεκατομμύριο πολιτών και 22 επίσημες γλώσσες σε λίγα χρόνια; Πώς να ενισχυθούν οι σχέσεις μεταξύ όλων αυτών των πολιτών και των θεσμών της ΕΕ, ώστε ο Ευρωπαίος – είτε Έλληνας είτε Γάλλος είτε Λιθουανός – να έχει τα απαραίτητα αισθήματα ασφάλειας και εμπιστοσύνης; Αυτά είναι μερικά μόνο από τα βασανιστικά ερωτήματα που απασχολούν τις ευρωπαϊκές ηγεσίες την τρέχουσα περίοδο, την οποία η Δήλωση του Λάκεν χαρακτηρίζει ως «Η Ευρώπη σε Σταυροδρόμι».


Η πρωτοβουλία του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» να ανοίξει τη σχετική δημόσια συζήτηση στη χώρα μας είναι και επίκαιρη και άκρως απαραίτητη. Διότι 45 χρόνια μετά την εγκαθίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και λίγες μόλις εβδομάδες μετά την εισαγωγή του ευρώ, η ΕΕ πράγματι βρίσκεται σε σταυροδρόμι – ανάμεσα στον απολογισμό των όσων έχει πετύχει και την προετοιμασία της για τις νέες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει. Η κρισιμότητα της κατάστασης αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) του Λάκεν, όπου βέβαια ξεχωρίζει η απόφαση τον προσεχή Μάρτιο να συσταθεί η λεγόμενη Συνέλευση, η οποία θα προετοιμάσει την επόμενη αναθεώρηση της Συνθήκης της ΕΕ. Και σε αυτό το σημείο νομίζω ότι χρειάζεται να υπογραμμιστούν τρία βασικά σημεία.


1. Η πρώτη επισήμανση είναι ότι η Συνέλευση συνιστά μια εντελώς κανούρια μέθοδο εργασίας στην κοινοτική πρακτική. Να θυμηθούμε ότι ώς τώρα οι Διακυβερνητικές Διασκέψεις και οι τροποποιήσεις στη Συνθήκη της ΕΕ προετοιμάστηκαν σε διακυβερνητικό επίπεδο είτε από υπουργούς είτε από εξέχοντες διπλωμάτες, αλλά ουσιαστικά “κεκλεισμένων των θυρών”. Αυτή τη φορά η Συνέλευση, με πρόεδρο τον Giscard d’Estaing, θα απαρτίζεται από εκπροσώπους των 15 κυβερνήσεων και εθνικών κοινοβουλίων (2 ανά κοινοβούλιο), 16 ευρωβουλευτές και 2 υψηλόβαθμα στελέχη της Κομισιόν. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η συμμετοχή των 12 υποψηφίων κρατών μελών στις εργασίες (έστω και χωρίς το δικαίωμα να αλλοιώνουν την τυχόν διαμορφούμενη συναίνεση) και παρατηρητών από γνωμοδοτικούς φορείς πανευρωπαϊκής εμβέλειας. Με άλλα λόγια, εφαρμόζεται μια πολύ ευρύτερη διαδικασία, η οποία αποβλέπει αφενός στην καλύτερη ενημέρωση των – μέχρι τώρα απόντων – Ευρωπαίων πολιτών και, δεύτερον, στη συμμετοχή όλων των πολιτικών παραγόντων που επηρεάζονται από τα τεκταινόμενα στην ΕΕ κι όχι μόνο των κυβερνήσεων.


Σε ό,τι αφορά την αποστολή της Συνέλευσης, το νέο αυτό όργανο καλείται να υποβάλει τις προτάσεις του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εντός ενός έτους, άρα κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας. Όπου μπορεί, η Συνέλευση θα καταλήξει σε μια πρόταση και θα υποβάλει εναλλακτικές μόνο όπου δεν υπάρχει συναίνεση.


2. Το πιο εντυπωσιακό σημείο όμως είναι η ίδια η θεματολογία που θα απασχολήσει τη Συνέλευση. Το Δεκέμβριο του 2000 στη Νίκαια είχε συμφωνηθεί να συζητηθούν τέσσερα συγκεκριμένα θέματα εναπομείναντα από το Αμστερνταμ – κατανομή των αρμοδιοτήτων στην ΕΕ, η ενεργότερη εμπλοκή των εθνικών κοινοβουλίων, η απλούστευση του κοινοτικού δικαίου και η ενσωμάτωση – ή μη – του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στη Συνθήκη. Ξαφνικά, όμως, στο Λάκεν αποφασίστηκε το νέο όργανο να συζητήσει σχεδόν τα πάντα περί της δομής της Ευρώπης! Π.χ. μετά από τις έντονες άτυπες ζυμώσεις των τελευταίων δύο ετών βλέπουμε στην ατζέντα της Συνέλευσης, άρα σε θεσμικό πλέον επίπεδο, να εισάγονται ως θέματα προς συζήτηση η εκλογή του Προέδρου της Κομισιόν με καθολική ψηφοφορία, το ευρωπαϊκό σύνταγμα, αλλά και η κοινή εξωτερική πολιτική! Όλα αυτά, μαζί με τα εξίσου σημαντικά “απομεινάρια του Αμστερνταμ” προσδιορίζουν την αποστολή μιας οιονεί συνταγματικής Συνέλευσης που δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Γιατί αυτή η αλλαγή πλεύσης; Και γιατί τώρα;


3. Αυτό μας οδηγεί στην τρίτη επισήμανση για τις αποφάσεις της συνόδου κορυφής στο Λάκεν, αλλά εδώ χρειάζεται και μια σύντομη υπενθύμιση για την πορεία της ΕΕ τα τελευταία χρόνια. Να θυμηθούμε ότι είχαμε την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1987 και τρεις Διακυβερνητικές Διασκέψεις το διάστημα 1991-2000, δηλαδή τέσσερεις συνθήκες σε 14 χρόνια και, τώρα, πριν καν στεγνώσει το μελάνι της Νίκαιας προετοιμαζόμαστε για την επόμενη! Τρόπον τινά, η ΕΕ μοιάζει με ένα κτίριο, στο οποίο συνεχώς προστίθενται νέοι όροφοι. Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;


Κατά την προσωπική μου άποψη, παρά την όποια ατολμία που αντιπροσωπεύουν οι διάφορες – ελλιπείς – συνθήκες τα τελευταία χρόνια, η Ευρώπη προχωρά συνεχώς προς την ολοκλήρωσή της, διότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Η ΕΕ δεν έχει την πολυτέλεια να μείνει ένα “γιαπί”, ένα ημιτελές οικοδόμημα, αντιμέτωπη με τον σημερινό και αναποτελεσματικό θεσμικό εαυτό της. Απλούστατα, πρέπει να αλλάξει εαυτό και αυτή ακριβώς την ανάγκη εκφράζουν οι αλλεπάλληλες τροποποιήσεις της Συνθήκης, έστω κι αν ορισμένα θεσμικά θέματα εισάγονται στη συζήτηση με “ανορθόδοξο” τρόπο.


Από αυτή τη συζήτηση η Ελλάδα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να απουσιάσει. Αντίθετα, οφείλει να παρεμβαίνει ενεργά σε όλα τα επίπεδα με ουσιαστικές προτάσεις και να προβεί στη μέγιστη δυνατή προετοιμασία για το κρίσιμο έτος 2003. Διότι θα προεδρεύσει της ΕΕ σε μια χρονική στιγμή που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα εξελιχθεί σε σταθμό στην πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.