Συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου: Ποια είναι η εξαίρεση και ποιος ο κανόνας - Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Η όλη ιστορία για την κοινοτική οδηγία 1999/70 σε σχέση με τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ξεκίνησε τη 18η Μαρτίου 1999 όταν συνήφθη μια συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων, της Ένωσης των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας, των Εργοδοτών της Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Δημοσίων Επιχειρήσεων και Επιχειρήσεων Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος. Η συγκεκριμένη συμφωνία πλαίσιο θεωρείται ένα ακόμη βήμα προς την επίτευξη καλύτερης ισορροπίας μεταξύ "ευελιξίας στο χρόνο εργασίας και ασφάλειας για τους εργαζομένους". Η οδηγία 1999/70 η οποία ψηφίστηκε στις 28 Ιουνίου 1999 ήρθε επομένως να κυρώσει τη συμφωνία αυτή ανάμεσα στους παραπάνω κοινωνικούς εταίρους και αποτελεί φυσικά κοινοτικό δίκαιο.
Σκοπός της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της μη διάκρισης, καθώς και η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου, έτσι ώστε οι συμβάσεις, που μέχρι τώρα θεωρούνταν ορισμένου χρόνου, υπό ορισμένες συνθήκες, να θεωρούνται αορίστου.
Σύμφωνα με την οδηγία κάθε κράτος μέλος παραπέμπεται στη ρήτρα 2, η οποία δηλώνει πως η συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε μέλος. Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να αποφασίσουν ότι η συγκεκριμένη συμφωνία δεν εφαρμόζεται στις εξής περιπτώσεις:
α) στις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας
β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης.
Επομένως, τόσο σύμφωνα με την οδηγία όσο και με τα όσα αναφέρει η ελληνίδα Επίτροπος κ.Διαμαντοπούλου, αρμόδια για την απασχόληση, απαντώντας στις 27 Ιουνίου 2002 στην ερώτηση μου (Ε-1495/02): ‘‘Η Οδηγία δεν αποκλείει το δημόσιο τομέα από το πεδίο εφαρμογής της’’.
Ωστόσο, στη ρήτρα 5, που αφορά στα θέματα για την αποφυγή κατάχρησης, λόγω της χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι τα κράτη μέλη, μπορούν να ορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων (ορισμένου χρόνου). Εδώ είναι που η ελληνική κυβέρνηση, με το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος, το οποίο επιχειρεί να ενσωματώσει την εν λόγω οδηγία στο εθνικό δίκαιο κάνει μία ευρύτατη "ερμηνεία", στους αντικειμενικούς λόγους, έτσι ώστε να μην καλύπτονται από τις διατάξεις της οδηγίας πολλές κατηγορίες εργαζομένων. (Αν η σύναψη σύμβασης για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου, αν πρόκειται για ορισμένες θέσεις εργασίας δημοσιονομικού δικαίου, αν πρόκειται για εργαζόμενους στα οπτικοακουστικά μέσα, αεροπορικές εταιρίες κλπ, κλπ).
Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι αν η ερμηνεία αυτή ανταποκρίνεται προς το πνεύμα της οδηγίας η οποία θέλει ακριβώς να εμποδίσει τις καταχρήσεις σε βάρος της κατηγορίας αυτής των εργαζομένων. Αν η ελληνική κυβέρνηση θέλει να προχωρήσει στο δρόμο που έχει ήδη χαράξει, ασφαλώς και μπορεί να το κάνει. Ωστόσο, από νομικής απόψεως το θέμα θα παραμείνει αμφιλεγόμενο και επομένως δεν είναι καθόλου απίθανο, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, την τελική απάντηση να τη δώσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.