Δημόσιες Συμβάσεις: Οι κοινοτικοί κανόνες του παιχνιδιού - Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Στον τόπο μας πολλοί έχουν την εντύπωση ότι Ευρωπαϊκή Ένωση σημαίνει ΚΠΣ, Κοινή Αγροτική Πολιτική και μία λειψή κοινή εξωτερική πολιτική. Κάνουν λάθος. Η ΕΕ -με την συναίνεση των κρατών μελών- έχει παράλληλα αρμοδιότητες σε ζητήματα που άπτονται της καθημερινότητάς μας (περιβάλλον προστασία του καταναλωτή κλπ). Επίσης, έχει όμως, εδώ και πολλά χρόνια μία ακόμη πολιτική, την πολιτική της λεγόμενης «εσωτερικής αγοράς». Πίσω από τις λέξεις αυτές κρύβεται η ελεύθερη διακίνηση προσώπων, κεφαλαίων, αγαθών και υπηρεσιών, μέσα στα κράτη μέλη. Η ελεύθερη διακίνηση πρέπει αναγκαστικά να διασφαλίζεται με ρυθμίσεις που να επιτρέπουν τα κεφάλαια να κινούνται ελεύθερα, τους επαγγελματίες να μπορούν να εργάζονται στα υπόλοιπα κράτη μέλη, τα προϊόντα που παράγονται σε μία χώρα να μπορούν να διακινούνται με προτιμισιακό καθεστώς σε όλη την ΕΕ.


Εδώ ακριβώς προκύπτει και το θέμα της εμπλοκής της ΕΕ στις συμβάσεις των δημοσίων έργων, δηλαδή στη δυνατότητα που δίνει σε όλες τις επιχειρήσεις να συμμετέχουν σε δημόσιους διαγωνισμούς ενός συγκεκριμένου ύψους και πάνω σε όλα τα κράτη μέλη. Η Κομισιόν ως «θεματοφύλακας των συνθηκών της Ένωσης» έχει υποχρέωση να εφαρμόζει την νομοθεσία που έχουν ψηφίσει το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εάν λοιπόν διαπιστώσει παρατυπίες (έμμεσο αποκλεισμό επιχειρήσεων, άνισους όρους συμμετοχής κλπ) παρεμβαίνει προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Σε περίπτωση που, μέσω των παράτυπων αυτών συμβάσεων, χρηματοδοτούνται έργα από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, τότε η Επιτροπή διακόπτει την συγχρηματοδότηση- χωρίς μάλιστα να απαιτείται απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαικών Κοινοτήτων- μέχρις συμμορφώσεως του ελεγχόμενου κράτους στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.


Τι δηλοί ο μύθος; Ότι εάν οι μεγάλες δημόσιες συμβάσεις δεν είναι σύμφωνες με το κοινοτικό δίκαιο όχι μόνο κινδυνεύουν να ακυρωθούν, αλλά και τα έργα να μη χρηματοδοτηθούν από τα κοινοτικά ταμεία. Πολλές ελληνικές εργοληπτικές εταιρείες εκμεταλλεύονται την νομική αυτή πραγματικότητα μέχρις υπερβολής μερικές φορές. Η «δικομανία» αυτή δεν βρίσκει αντιστοιχία στα υπόλοιπα κράτη μέλη. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Ιταλίας όπου οι εργοληπτικές εταιρείες έχουν μία άτυπη συναίνεση για μία σχετικά κατανομή των μεγάλων δημοσίων έργων.


Επομένως κάθε κράτος μέλος πρέπει να φροντίζει έτσι ώστε το σύστημα ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων να είναι απόλυτα εναρμονισμένο με το κοινοτικό δίκαιο. Ακόμη περισσότερο τα κράτη συνοχής καθώς ελέγχονται τόσο από τη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς της Κομισιόν που μπορεί να διακόψει την χρηματοδότηση των έργων όταν υπάρχουν νομικά προβλήματα, όσο και από τη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής που εξετάζει εάν καταστρατηγούνται οι κανονισμοί των διαρθρωτικών ταμείων (αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων κλπ). Για χώρες όπως η Ελλάδα υπάρχουν μεγάλες ευκαιρίες μέσα την ΕΕ. Μόνο που για να αξιοποιηθούν χρειάζεται αντίστοιχη πολιτική από την πλευρά των κυβερνήσεων, αλλά και προσαρμογή της νοοτροπίας όλων των εμπλεκομένων παραγόντων του ιδιωτικού τομέα στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα.