Ένα νέο μοντέλο για την αυτοδιοίκηση - Εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Η απευθείας εκλογή των δημάρχων από την πρώτη Κυριακή εφόσον συγκεντρώνουν τουλάχιστον 42% των ψήφων, φέρνει ξανά στην επικαιρότητα τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου για την αυτοδιοίκηση. Η πρόταση της κυβέρνησης θα αναμορφώσει, εν δυνάμει, την τοπική αυτοδιοίκηση και τον τρόπο λειτουργίας των δημοτικών αρχών, ενώ, παράλληλα, θα καθαρίσει το πλαίσιο πολιτικής και οργανωτικής λειτουργίας των δήμων. Οι «καθαρές» εκλογικές λύσεις που επιτρέπει η πρόταση – η εκλογή, δηλαδή, ενός δημάρχου και ενός συνδυασμού που λαμβάνουν το 42% των δημοτών – θα μειώσει την συναλλαγή ενόψει της 2ης Κυριακής ενώ τέτοιες συμμαχίες φυσικά θα μπορούν να συγκροτούνται πριν από τις εκλογές, με διαφάνεια και συγκεκριμένη προγραμματική βάση. Τέλος, και πιο σημαντικό ίσως, θα επιβάλει και στο τοπικό επίπεδο το σύστημα διακυβέρνησης που γνωρίζουμε στο εθνικό: ένας υποψήφιος παρουσιάζει στους πολίτες πρόγραμμα και κυβέρνηση και κρίνεται με βάση το έργο του.


Η αναμόρφωση, ωστόσο, της αυτοδιοίκησης δεν πρέπει να περιορισθεί μόνο στην τοπική ούτε να αγνοήσει την ευρωπαϊκή διάσταση. Η περιφερειακή δημοκρατία αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία στην σημερινή εποχή, καθώς ο πολίτης αναζητά νέες δομές νομιμοποίησης λιγότερο απόμακρες από το εθνικό κράτος και πιο κοντά στις καθημερινές του ανάγκες. Από την άλλη πλευρά, οι επερχόμενες διαπραγματεύσεις για το λεγόμενο Δ’ Κοινοτικό Πλαίσιο καθιστούν απαραίτητη τη συμμετοχή της περιφερειακής διάστασης στην χάραξη και υλοποίηση μεγάλων πολιτικών.


Παράλληλα είναι ανάγκη να γίνει μία ουσιαστική συζήτηση: τι είδους αυτοδιοίκηση θέλουμε, με πόσους και ποιους βαθμούς, με ποιες αρμοδιότητες σε κάθε βαθμό, με ποιους πόρους και από που. Όλοι γνωρίζουμε πως οι καποδιστριακοί δήμοι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Διαφορετικά αλλά σημαντικά προβλήματα αντιμετωπίζουν και τα μεγάλα οικιστικά συγκροτήματα, λόγω της έλλειψης συντονισμού των επί μέρους δήμων. Το πρόβλημα της έλλειψης πόρων δεν υπάρχει δήμαρχος που να μην το έχει τονίσει. Παρόμοια ομοφωνία επικρατεί και ως προς την σύγχυση και την επικάλυψη αρμοδιοτήτων. Οι νομαρχίες επίσης, παραμένουν από την ίδρυση τους στο περιθώριο της εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής, ενώ η μεταβίβαση σειράς αρμοδιοτήτων στην περιφέρεια δεν έχει εφαρμοστεί πλήρως. Τέλος, ένα δημοκρατικό «παράδοξο» εμποδίζει την ανάπτυξη αιρετών περιφερειακών θεσμών: οι περιφέρειες συνεχίζουν να είναι τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά εξαρτημένες από την κεντρική κυβέρνηση.


Στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός νέου μοντέλου αυτοδιοίκησης αναγκαίο για την οικονομική ανάπτυξη και χρήσιμο στην αναμόρφωση της αποκέντρωσης της χώρας, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε ορισμένες, απαραίτητες, κατά την άποψή μας, αλλαγές:


1.Ο σημερινός αριθμός των περιφερειών – κληρονομιά παλαιότερων διοικητικών δομών –είναι μεγάλος. Η ανάγκη μείωσής τους προκύπτει τόσο από τις ανάγκες διαχείρισης των έργων του ΚΠΣ όσο και από τον συνολικότερο προσανατολισμό της περιφερειακής αυτοδιοίκησης σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Π.χ. ο περιορισμός του αριθμού των περιφερειών σε έξι (Βόρεια Ελλάδα, Δυτική Ελλάδα. Κεντρική και Στερεά Ελλάδα, Αττική, Πελοπόννησος και Αιγαίο-Κρήτη) και η γενναία οικονομική πριμοδότησή τους θα επιτρέψει την ανάδειξη – για πρώτη φορά στον ελληνικό χώρο - ισχυρών αποκεντρωμένων δομών και θα δώσει ουσιαστική αναπτυξιακή ώθηση στην παραμελημένη ελληνική ύπαιθρο.
2.Από την άλλη πλευρά, η σημερινή δομή της αυτοδιοίκησης δεν αντιμετωπίζει πλήρως τις ιδιαιτερότητες της χώρας: αγνοείται η πραγματικότητα των μεγάλων μητροπολιτικών περιοχών (κυρίως Αθήνας και Θεσσαλονίκης), αλλά και των νησιών. Η αντιμετώπιση αυτή απαιτεί νέα οργανωτικά σχήματα (Μητροπολιτικούς Δήμους και σχεδόν πλήρη αυτοδιοικητική αυτονόμηση των νησιωτικών επαρχιών).
3.Μακροπρόθεσμα, η ύπαρξη τριών επιπέδων αποκέντρωσης συνιστά υπερβολή, ιδιαίτερα σε μια σχετικά μικρή χώρα όπως η Ελλάδα. Η πραγματική αποκέντρωση – τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά και κοινωνικά – είναι ευκολότερο να επιτευχθεί με δύο βασικές σύγχρονες δομές αυτοδιοίκησης: έναν ευρύτερο (μετα -και υπερ - καποδιστριακό) δήμο, και μια μεγάλη περιφέρεια. Ο ευρύς δήμος που θα γίνει σταδιακά μια ενιαία διοικητική, αλλά και οικονομική, πολιτιστική και εκπαιδευτική μονάδα μπορεί να αποτελέσει την μόνη λύση για την αποφυγή της πλήρους απερήμωσης των χωριών. Η ισχυρή περιφέρεια θα αποτελέσει το εργαλείο περιφερειακής – και διασυνοριακής - ανάπτυξης και θα αντισταθμίσει την σημερινή παντοδυναμία της Αθήνας.
4.Η περιφέρεια πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικούς, ακόμα και ίδιους, πόρους και δυνατότητες αυτόνομης χάραξης και εφαρμογής πολιτικών για προσέλκυση επενδύσεων. Μετά την αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων (τι κάνει το κράτος και τι η αυτοδιοίκηση), ο ρόλος του κεντρικού κράτους σε σχέση με τις αρμοδιότητες της περιφερειακής αυτοδιοίκησης θα πρέπει να περιορισθεί στον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων της περιφέρειας, καθιστώντας την υπεύθυνη – πολιτικά και πειθαρχικά/ ποινικά.
5.Το αιρετό των εκπροσώπων στην περιφέρεια επιβάλλεται. Ο περιφερειάρχης δεν πρέπει να είναι ο εκπρόσωπος του κράτους στην περιφέρεια, αλλά ένας αυτόνομος «υπουργός» με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του τελευταίου – ιδίως την εκλογική κύρωση. Παράλληλα, ο περιορισμός του κεντρικού κράτους στην χάραξη των γενικών κατευθυντήριων γραμμών και στον αυστηρό έλεγχο της νομιμότητας - και κύρωση της παρανομίας – θα επιτρέψει την μείωση της κρατικής παρέμβασης στην κοινωνία.


Βέβαια, παρόμοιες γενναίες πολιτικές αποκέντρωσης απαιτούν «μακρό» πολιτικό χρόνο και συναίνεση. Οι δύο βαθμοί πραγματικής αυτοδιοίκησης, η συνένωση δήμων, οι μητροπολιτικοί δήμοι, απαιτούν μια περίοδο μαθήτευσης και προσαρμογής. Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις που προτείνουμε, θα μπορέσουν όχι μόνο να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη του πολίτη στη διοίκηση, αλλά και να προσφέρουν αναπτυξιακή διέξοδο στην χώρα