Το 15% των συμπληρωμάτων διατροφής περιέχει αναβολικά. Η Κομισιόν παραδέχεται ατέλειες στην κοινοτική νομοθεσία

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Ανησυχητικές διαστάσεις παίρνει το πρόβλημα της περιεκτικότητας αναβολικών ουσιών στα συμπληρώματα διατροφής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η κοινοτική νομοθεσία δεν καλύπτει όλες τις περιπτώσεις των συμπληρωμάτων διατροφής που περιέχουν τις επικίνδυνες αυτές ουσίες. Αυτό προκύπτει από απάντηση του αρμόδιου Επιτρόπου για θέματα Υγείας και Προστασίας του Καταναλωτή κ. Μάρκου Κυπριανού στον ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Κωστή Χατζηδάκη.


Συγκεκριμένα ο κ. Χατζηδάκης, ως μέλος της Επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατέθεσε ερώτηση στην Κομισιόν αναφορικά με το πρόβλημα της χρήσης αναβολικών ουσιών μέσω των συμπληρωμάτων διατροφής. Ειδικότερα ζητούσε να ενημερωθεί για την έκταση του προβλήματος καθώς και για ποια άμεσα μέτρα προτίθεται να υιοθετήσει η Κομισιόν προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.


Ο αρμόδιος Επίτροπος στην απάντησή του αναφέρεται στην εκπόνηση μελέτης που ζήτησε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή για το θέμα αυτό τον Οκτώβριο του 2000. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Βιοχημείας του Πανεπιστημίου Κολωνίας κατά την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 2000 και Νοεμβρίου 2001 κατέδειξε ότι το 14,8% των δειγμάτων συμπληρωμάτων διατροφής περιέχουν
ουσίες θετικές σε έλεγχο ντόπινγκ. Παράλληλα, στην απάντηση του ο κ. Κυπριανού αναφέρεται και στις ατέλειες που υπάρχουν στην κοινοτική νομοθεσία προσθέτοντας ότι:



Η κοινοτική οδηγία (2002/46/ΕΚ)
για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών για
τα συμπληρώματα διατροφής καλύπτει μόνο τη χρήση των προϊόντων
αυτών που περιέχουν βιταμίνες και μεταλλικά στοιχεία.



Η χρήση ουσιών εκτός βιταμινών και μεταλλικών στοιχείων, δεν είναι εναρμονισμένη σε αυτό το στάδιο και επομένως η χρήση τους διέπεται από την εθνική νομοθεσία.



Οι αναβολικές ουσίες δεν πρέπει να περιέχονται σε συμπληρώματα διατροφής ούτε και να διατίθενται στο εμπόριο ως τρόφιμα, η δε
χρήση τους πρέπει να πραγματοποιείται μόνο με ιατρική συνταγή.


Τέλος, ο αρμόδιος Επίτροπος κάνει αναφορά στα φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία και πρέπει να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις ενδείξεις στο πλαίσιο της άδειας κυκλοφορίας
τους και δηλώνει ότι
τα κράτη μέλη είναι αποκλειστικά αρμόδια για τον έλεγχο σε περίπτωση κατάχρησης ή αλόγιστης χρήσης στο έδαφός τους.