Δήλωση για τον επενδυτικό νόμο και το ΕΤΕΑΝ

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο


Ο υπεύθυνος Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Β’ Αθηνών κ. Κωστής Χατζηδάκης, έκανε την ακόλουθη δήλωση σχετικά με τις κυβερνητικές ανακοινώσεις για τον επενδυτικό νόμο και το ΕΤΕΑΝ:

«Οι επενδυτές μπορεί μεν να υποβάλουν τις προτάσεις τους στο πλαίσιο του νέου επενδυτικού νόμου, ζεστό χρήμα, όμως, ο νόμος αυτός δεν πρόκειται να δώσει φέτος στην αγορά! Οι φορολογικές απαλλαγές που προβλέπει κλιμακώνονται σε μία οκταετία, οι δε φοροαπαλλαγές, όταν εγκριθούν δεν αφορούν την χρήση του 2011. Φέτος θα γίνουν μόνο αποπληρωμές, βάσει του προηγούμενου αναπτυξιακού νόμου. Η δε κατάργηση του νόμου αυτού, χωρίς την άμεση υιοθέτηση νέου, στέρησε την αγορά για το 2011 από τη δυνατότητα εκταμίευσης πόρων μέσω του νέου νόμου. Με δυσμενείς επιπτώσεις ως προς την χρηματοδότηση ιδιωτικών επενδύσεων για το 2011. Ο νέος επενδυτικός νόμος, επομένως, δεν θα έχει δυστυχώς κανένα άμεσο αποτέλεσμα στη ρευστότητα της αγοράς.

Όσο για το νέο πρόγραμμα του ΕΤΕΑΝ, τη μετεξέλιξη δηλαδή του ΤΕΜΠΜΕ,  μετά τη βύθιση του ταμείου πέρσι, καθώς η δραστηριότητα του περιορίστηκε κατά δεκατρείς φορές σε σχέση με το 2009, τώρα η κυβέρνηση παρουσιάζει ένα πρόγραμμα με μία, εκ του αποτελέσματος, επιδότηση επιτοκίου για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τρείς παρατηρήσεις από την πλευρά μας :

1.Οσο θετική μπορεί να είναι μια τέτοια εξέλιξη, αν το πρόγραμμα λειτουργήσει ομαλά, άλλο τόσο αρνητική ήταν η καθυστέρηση, εδώ και ενάμιση χρόνο, προκειμένου να καταλήξει  η κυβέρνηση σε κάτι σχεδόν προφανές. Προκειμένου δηλαδή μέσω πολύπλοκων ρυθμίσεων και  μηχανισμών να οδηγηθεί σε μια ρύθμιση που θα μπορούσε να αποτελεί παραλλαγή των προγραμμάτων ΤΕΜΠΜΕ, που εν τω μεταξύ απαξίωσε. Η καθυστέρηση αυτή θα είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς θα χρειαστούν αρκετοί μήνες για την ωρίμανση του προγράμματος, ενώ η αγορά είναι σε κρίση ρευστότητας.

2. Κρίσιμο ζήτημα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι οι εξασφαλίσεις που μπορεί να ζητήσουν οι τράπεζες, καθώς όπως προκύπτει δημιουργείται μια διμερή σχέση μεταξύ δανειστή και τράπεζας όπου το ΕΤΕΑΝ περιορίζεται στην καταβολή του 1/3 του κεφαλαίου, στο σύνολο των πόρων που θα διατεθούν. Το ΤΕΜΠΜΕ εγγυάτο, μέχρι τώρα, για το 80%  του δανείου. Πιο σημαντικό είναι το ζήτημα αυτό για τις μικρές επιχειρήσεις και ειδικά τις νεοϊδρυόμενες, που εκ των πραγμάτων έχουν μικρότερη πιστοληπτική ικανότητα, και δυσκολεύονται να δώσουν εξασφαλίσεις. 

3. Με βάση το ύψος των κονδυλίων που θα διατεθούν,  αν ο μέσος όρος δανείων είναι 300.000 ευρώ τότε μπορούν να ενισχυθούν μόνο 4.000 επιχειρήσεις. Υπενθυμίζουμε ότι με τα προγράμματα του ΤΕΜΠΜΕ, το 2009 ενισχύθηκαν περισσότερες από 50.000 επιχειρήσεις.  Η ίδια η κυβέρνηση υπονομεύει ακόμα και τις καλές της προσπάθειες, δίνοντας τους διαστάσεις που δεν έχουν.»