Κάνουμε τα ίδια λάθη στην απορρόφηση κονδυλίων - Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Κύριε Χατζηδάκη, η Ελλάδα βρίσκεται ενώπιον της μεγάλης πρόκλησης της εκτέλεσης του Γ΄ ΚΠΣ που έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως η τελευταία μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα μας. Έχοντας την ιδιότητα του προέδρου της Επιτροπής Περιφερειακής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατά πόσο συμφωνείτε με αυτή την εκτίμηση και σε τί ακριβώς συνίσταται η πρόκληση;
Είναι πράγματι η τελευταία μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα μας – δεν είναι υπερβολικός αυτός ο χαρακτηρισμός – καθώς στο τέλος της περιόδου 2000-2006 είναι σχεδόν σίγουρο πως θα έχουμε διεύρυνση της ΕΕ προς Ανατολάς, με την εισδοχή νέων κρατών μελών που θα έχουν τεράστιες αναπτυξιακές ανάγκες. Αυτό σημαίνει, με πολύ απλά λόγια, ότι μετά το Γ΄ ΚΠΣ η «πίτα» των Διαρθρωτικών Ταμείων από τα χρηματοδοτούνται σε μεγάλο ποσοστό τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης θα μοιραστεί μεταξύ περισσότερων κρατών κι έτσι η Ελλάδα θα δικαιούται πολύ λιγότερα χρήματα. Συνεπώς, πρέπει να απορροφήσουμε όλα τα χρήματα από τα Διαρθρωτικά Ταμεία μέχρι το τελευταίο ευρώ, αλλά και κάτι άλλο: να τα επενδύσουμε σωστά. Επιτρέψτε μου αυτή την επιφυλακτική στάση που κρατώ, διότι η εμπειρία από το Β΄ ΚΠΣ είναι αποκαρδιωτική. Πρώτον, διότι οι απορροφήσεις στο Β΄ ΚΠΣ κυμάνθηκαν σε επίπεδα κάθε άλλο παρά ικανοποιητικά και, δεύτερον, σε πολλές περιπτώσεις οι πόροι σπαταλήθηκαν.


Θέλετε να πείτε δηλαδή ότι τα λεφτά του Β΄ ΚΠΣ δεν έπιασαν τόπο;
Δυστυχώς, αυτό ακριβώς συνέβη. Τα συμπεράσματα αυτά περιέχονται σε πρόσφατη μελέτη μου με τίτλο «Από το Β΄ στο Γ΄ ΚΠΣ», όπου εκτίθενται λεπτομερή στοιχεία για την εκτέλεση του Β΄ ΚΠΣ ή, καλύτερα, για την ημι-εκτέλεση του Β΄ ΚΠΣ.


Μπορείτε να γίνετε λίγο πιο σαφής; Κάποια παραδείγματα για το τί επετεύχθη στο Β΄ ΚΠΣ;
Σύμφωνοι. Επειδή τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος, να δούμε τέσσερα-πέντε χαρακτηριστικά παραδείγματα για το τι επετεύχθη ή, καλύτερα, για το τι δεν επετεύχθη στο Β΄ ΚΠΣ. «Πετύχαμε» τα εξής. «Πετύχαμε» να είμαστε η μόνη κοινοτική χώρα όπου η ανεργία ανεβαίνει – πλησιάζουμε πλέον το 12% - τη στιγμή που στην ΕΕ ο μέσος όρος είναι κάτω του 10%. Κι αυτό, ενώ πήραμε 750 δισ. από το 1994 έως το 1999 για την καταπολέμηση της ανεργίας. «Πετύχαμε» επίσης να είμαστε η πιο φτωχή χώρα από τα κράτη μέλη της ΕΕ, με το κατά κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων να μην ξεπερνά το 70% του μέσου κοινοτικού όρου. Το 1986 είχαμε το ίδιο εισόδημα με τους Ιρλανδούς, οι οποίοι σήμερα μας έχουμε ξεπεράσει κατα 34 μονάδες και είναι πάνω από το μέσο κοινοτικό όρο. «Πετύχαμε» το 55% των δημοσίων έργων στο οδικό δίκτυο να εμφανίζουν εγκληματικές κακοτεχνίες. Αυτά «πετύχαμε», κύριε Αμυρά.


Μπορεί να είναι κανείς πιο αισιόδοξος για την πορεία του Γ΄ ΚΠΣ; Πώς να είμαστε αισιόδοξοι, όταν το πράγμα στράβωσε από την αρχή. Πλησιάζουμε το τέλος του 2000, του πρώτου έτους δηλαδή του Γ΄ ΚΠΣ, και η Ελλάδα είναι ακόμη στις διαπραγματεύσεις με την Κομισιόν για την οριστικοποίηση των προγραμμάτων. Με αυτή την τεράστια καθυστέρηση, διαγράφεται ήδη ο κίνδυνος να χάσουμε λεφτά πριν καν ξεκινήσει η υλοποίηση του Γ΄ ΚΠΣ.


Γιατί αυτή η καθυστέρηση και, κατά δεύτερο, ποιός ακριβώς είναι ο κίνδυνος;
Η ελληνική κυβέρνηση άργησε να υποβάλει τα Επιχειρησιακά Προγράμματα, που απαρτίζουν το Γ΄ ΚΠΣ. Στη συνέχεια, προκλήθηκε πρόσθετη αργοπορία από την ανεξήγητη καθυστέρηση της κυβέρνησης να συγκροτήσει τις λεγόμενες «διαχειριστικές αρχές» κατά τρόπο που να εγγυάται τη διαφανή και σωστή χρήση των πόρων. Σκεφθείτε ότι ο νόμος για τη διαχείριση του Γ΄ ΚΠΣ θα συζητηθεί στη Βουλή τον Οκτώβριο, δύο μήνες πριν το τέλος του 2000. Αν λάβουμε δε υπόψη μας τις αυστηρές ρυθμίσεις στο νέο Κανονισμό των Διαρθωτικών Ταμείων, όλα με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι και στο Γ΄ ΚΠΣ θα δούμε τα ίδια και χειρότερα φαινόμενα, δηλ. μη αξιοποίηση των όσων θα προλάβουμε να απορροφήσουμε, αλλά ενδεχομένως και απώλεια πόρων.


Αλήθεια, κύριε Χατζηδάκη, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήσασταν εισηγητής του νέου Κανονισμού των Διαρθρωτικών Ταμείων για την περίοδο 2000-2006 και ίσως από τους πλέον αρμόδιους να μας εξηγήσετε τί αλλάζει στους «κανόνες του παιχνιδιού», όσον αφορά το Γ΄ ΚΠΣ.
Το πιο επικίνδυνο είναι ότι ο νέος Κανονισμός περιέχει διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες μια χώρα μπορεί να χάσει τα κονδύλια που έχει δεσμεύσει, εάν δεν τα απορροφήσει μέσα σε 2 χρόνια από το έτος δέσμευσής τους. Στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει μέχρι το τέλος του 2002 να απορροφήσουμε τα χρήματα που θα δεσμεύσουμε εντός του 2000. Προσέξτε όμως. Στο νέο Κονονισμό προβλέπεται ότι οι ετήσιες εισροές μιας χώρας-μέλους από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και το Ταμείο Συνοχής δεν θα πρέπει να ξεπερνούν το 4% του ΑΕΠ αυτής της χώρας. Αυτό σημαίνει, ότι εφόσον οι απορροφήσεις μας στα πρώτα έτη της περιόδου 2000-2006 είναι χαμηλές, θα συσσωρευτούν προς το τέλος της περιόδου κονδύλια, τα οποία θα κινδυνεύουν να περικοπούν επειδή κατά πάσα πιθανότητα θα υπερβαίνουν το 4% του ΑΕΠ της Ελλάδας. Μέχρι στιγμής, τέλος Σεπτεμβρίου, δεν έχουμε δεσμεύσει ούτε ένα ευρώ από το Γ΄ ΚΠΣ! Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι ο κίνδυνος απώλειας πόρων προς το τέλος της περιόδου 2000-2006 είναι ήδη ορατός.Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο νέος Κανονισμός, του οποίου πράγματι υπήρξα εισηγητής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εγκρίθηκε επισήμως το Μάϊο του 1999, ενώ οι βασικές κατευθύνσεις του ήταν αντικείμενο ζυμώσεων από το 1997 και μετά. Με άλλα λόγια, δεν συζητάμε μόνο για το «χαμένο» έτος 2000, αλλά για μια περίοδο έως και τριετή, κατά την οποία η ελληνική κυβέρνηση απέτυχε να προσαρμοστεί στους νέους κανόνες διαχείρισης των κοινοτικών κονδυλίων και να κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες. Το χειρότερο πρόβλημα, όμως, έχει δημιουργηθεί με το Ταμείο Συνοχής που έχει δικό του Κανονισμό, με ακόμη πιο αυστηρές διατάξεις. Πρόσφατα άλλωστε αναφέρθηκε σε αυτό το πρόβλημα ο αρμόδιος επίτροπος κ. Μπαρνιέ ευρισκόμενος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στο Ταμείο Συνοχής δεν επιτρέπεται η μεταφορά πόρων από έτος σε έτος και όσα λεφτά δεσμεύσεις εντός του έτους, μόνο αυτά μπορείς να ξοδέψεις, τα υπόλοιπα τα χάνεις. Τρεις μήνες πριν το τέλος του 2000, η Ελλάδα δεν έχει δεσμεύσει ούτε ένα ευρώ από τα φετινά κονδύλια ύψους 150 δισεκατομμυρίων δραχμών! Το ποσό αυτό αν δεν το δεσμεύσουμε μέχρι την 1η Νοεμβρίου - που είναι η τελευταία προθεσμία -κινδυνεύουμε να το χάσουμε οριστικά. Λες και μας περισσεύουν 150 δισ.! Αυτό εννοεί η κυβέρνηση όταν ισχυρίζεται ότι δεν θα χάσουμε ούτε ένα ευρώ;


Πώς γίνεται, κύριε Χατζηδάκη, η δέσμευση των πόρων; Το ερωτώ αυτό γιατί οι περισσότεροι αναγνώστες ενδεχομένως δεν γνωρίζουν τις συγκεκριμένες διαδικασίες.
Αυτή τη στιγμή στο Γ΄ ΚΠΣ, αντί ήδη να εκταμιεύονται χρήματα, η κυβέρνηση εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα Επιχειρησιακά Προγράμματα, με βάση τα οποία θα δικαιούται να λάβει τις πρώτες κοινοτικές πιστώσεις. Στη συνέχεια πρέπει να εγκριθούν από την Κομισιόν τα λεγόμενα Συμπληρώματα Προγραμματισμού και είμαι πολύ περίεργος πότε θα γίνει αυτό. Σε ό,τι αφορά το Ταμείο Συνοχής που έχει ως στόχο την αναβάθμιση των μεταφορών και του περιβάλλοντος, η κυβέρνηση οφείλει να υποβάλει σχετικά προγράμματα, τα οποία να πληρούν ορισμένες προδιαγραφές – αυστηρές προδιαγραφές ομολογουμένως. Είναι πιθανό να μας πει η κυβέρνηση ότι καθυστέρηση στην απορρόφηση των αρχικών πιστώσεων εμφανίζουν κι άλλα κράτη μέλη – το θεωρώ, μάλιστα, σχεδόν βέβαιο ότι το ακούσουμε κι αυτό από κυβερνητικά χείλη. Εγώ όμως δεν μπορώ να δεχθώ μια τέτοια «παρηγοριά». Κανένα από τα άλλα κράτη μέλη δεν έχει τις δικές μας ανάγκες και για κανένα άλλο κράτος το Γ΄ ΚΠΣ δεν είναι τέτοιας ζωτικής σημασίας. Εκεί που οι άλλοι απλά προχωράνε, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τρέξουμε.


Τι οφείλει να κάνει η Ελλάδα, προκειμένου να ανατρέψει αυτά τα δυσμενή δεδομένα και υλοποιηθεί αποτελεσματικά το Γ΄ ΚΠΣ;
Είναι τεράστιο θέμα αυτό, κύριε Αμυρά, αλλά πολύ συνοπτικά θα μπορούσα να αναφέρω καποιες από τις προτάσεις μου στη μελέτη που σας προανέφερα. Θεωρώ απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα ανεξάρτητο Παρατηρητήριο για τη σωστή εκτέλεση του Γ΄ ΚΠΣ, όπως συμβαίνει και άλλες κοινοτικές χώρες. Έπειτα, δεδομένης της αναποτελεσματικότητας πολλών δημοσίων υπηρεσιών, πρέπει να προσληφθούν μάνατζερ ως επικεφαλής των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων, οι οποίοι και θα κρίνονται ανάλογα με την πρόοδο του προγράμματος. Σε ό,τι αφορά δε την ποιότητα των χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων και έργων, είναι εκ των ουκ άνευ η σύσταση Ειδικών Συμβούλων Ποιοτικού Ελέγχου (ΕΣΠΕΛ) σε κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα. Στα προγράμματα κατάρτισης, εκτός από τα αυστηρά κριτήρια πιστοποίησης των ΚΕΚ, προτείνω να συνδεθεί ένα μέρος των πληρωμών τους με την πρόσληψη των καταρτιζομένων από επιχειρήσεις. Εάν δηλαδή ένα ικανοποιητικό ποσοστό των καταρτιζομένων προσληφθεί σύντομα μετά το πέρας της κατάρτισης, μόνο τότε τα ΚΕΚ θα έχουν το δικαίωμα να εισπράξουν ολόκληρο το ποσό που έχει προβλεφθεί. Εάν δεν ληφθούν παρόμοια μέτρα, θα έχουμε επανάληψη των κρουσμάτων απάτης που παρατηρήθηκαν στο Β΄ ΚΠΣ και θα έχουμε «κατάρτιση για την κατάρτιση», την ίδια στιγμή που η ανεργία θα εξακολουθεί να αυξάνεται.


Επειδή η ανεργία αναδεικνύεται ως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, ποιά πολιτική θεωρείται ως ενδεδειγμένη;
Η αναχαίτιση της ανεργίας περνά μέσα από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, όπως και από την αποτελεσματική επαγγελματική κατάρτιση, σε σύνδεση πάντα με την αγορά εργασίας. Για να έχουν κίνητρα οι επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν εργαζόμενους, πρέπει να επιτέλους να προχωρήσει η κυβέρνηση σε μια ευέλικτη αγορά εργασίας, σπάζοντας τα δεσμά της με τα συνδικάτα και αποκηρύσσοντας τους δογματισμούς του παρελθόντος. Δυστυχώς, όμως, οι ήξεις-αφήξεις της κυβέρνησης δεν προμηνύουν τίποτα προς αυτή την κατεύθυνση και φοβάμαι πως τα θύματα της κυβερνητικής πολιτικής θα είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που υποτίθεται ότι προσπαθεί να προστατεύσει. Είναι όμως και το θέμα της επαγγελματικής κατάρτισης. Η ανεργία κοντεύει να φτάσει το 12% στη χώρα μας, ως άμεση συνέπεια της κατασπατάλησης των πόρων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ). Η ίδια η επίτροπος κ. Διαμαντοπούλου παραδέχθηκε πρόσφατα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, απαντώντας σε ερώτησή μου, ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία για την ανεργία στην Ελλάδα και ότι κανείς δεν γνωρίζει πόσοι άνεργοι βρίσκουν δουλειά στη χώρα μας ως αποτέλεσμα των κοινοτικών προγραμμάτων.



Έχουμε, λοιπόν, κυβέρνηση σε λήθαργο;
Μα όλα δείχνουν ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε χειμέρια νάρκη και, μάλιστα, πριν καν ξεκινήσει ο χειμώνας. Τί να πρωτοαναφέρω; Να αναφέρω τις αποκρατικοποιήσεις που καρκινοβατούν, παρά τις εξαγγελίες της κυβέρνησης; Ή το πρόβλημα των ναρκωτικών, που είμαστε η δεύτερη χώρα στην ΕΕ ως προς τους θανάτους από ναρκωτικά; Να αναφέρω την τεράστια καθυστέρηση στην προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων; Ή το πρόσφατο ναυάγιο του «Εξπρές Σάμινα» που ανέδειξε τα προβλήματα ασφαλείας της ελληνικής ναυσιπλοϊας, αλλά και την αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού. Να αναφέρω την ενεργειακή κρίση και το πόσο απροστάτευτη αποδεικνύεται η χώρα μας; Όλα αυτά και πολλά άλλα συνθέτουν μια εικόνα της κυβέρνησης αποκαρδιωτική, την εικόνα μιας κυβέρνησης εν υπνώσει…