Ο κ. Τσίπρας ξέχασε να μας πει ότι έψαχνε ιδιώτη επενδυτή για τη ΛΑΡΚΟ - Βασικά σημεία συνέντευξης στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ 100.3

    Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

sinenteuxi template ΣΚΑΙΛΑΡΚΟ

Την υποκρισία του ΣΥΡΙΖΑ και στο θέμα της ΛΑΡΚΟ, με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξη Τσίπρα να ζητά συνέχιση της δραστηριότητας με το τρέχον καθεστώς σε μια εταιρεία  «που σέρνεται επί 35 χρόνια, χρωστά σε όποιον μιλά ελληνικά και είναι παντός εκτός ελέγχου», αποκρύπτοντας ότι και η κυβέρνησή του αναζητούσε ιδιώτη επενδυτή για την εταιρεία, ανέδειξε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κωστής Χατζηδάκης.

«Είδα χθες τον κ. Τσίπρα που ζήτησε να παραμείνουν όλοι οι εργαζόμενοι και να συνεχίσει η επιχείρηση τις δραστηριότητές της.  Καλύτερα να είμαστε πλούσιοι και υγιείς, παρά πτωχοί και ασθενείς ! Αυτή ήταν η προσέγγισή του», είπε χαρακτηριστικά οκ. Χατζηδάκης, μιλώντας σήμερα το πρωί στον Ρ/Σ ΣΚΑΪ 100,3 και τον Άρη Πορτοσάλτε.  «Ο ίδιος Τσίπρας όμως που τα λέει όλα αυτά ξέχασε ότι υπάρχει επιστολή του κ. Τσακαλώτου -που αν δεν κάνω λάθος ήταν υπουργός Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ- που λέει ότι η κυβέρνησή του έψαχνε ιδιώτη επενδυτή. Δεν είχαν κάνει βεβαίως τίποτα αλλά είχαν στείλει την επιστολή προς την Κομισιόν και πρέπει να μας πουν αν το γράμμα του κ. Τσακαλώτου ήταν μια φάρσα, μια πλάκα της κυβέρνησης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή εάν τη μια μέρα λένε αυτά και την άλλη λένε άλλα !»

«Ό,τι ευθύνες υπάρχουν, προφανώς δεν πρόκειται να τις  συγκαλύψουμε. Η βασική μου έγνοια πάντως είναι να τελειώσει αυτό το απαράδεκτο σκηνικό με τη ΛΑΡΚΟ και να έχουμε μέσα σε 12 μήνες το αργότερο μια οριστική λύση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο», συνέχισε ο κ. Χατζηδάκης, περιγράφοντας με μελανά χρώματα την δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας.

«Μιλάμε για μια εταιρεία με χρέη προς τη ΔΕΗ 351 εκατ. ευρώ, προς την τράπεζα Πειραιώς 32 εκατ. ευρώ, προς την παλιά ΛΑΡΚΟ- γιατί αυτή η ιστορία «σέρνεται» από τη δεκαετία του ’80- 53 εκατ. ευρώ, προς το ελληνικό Δημόσιο 17 εκατ. ευρώ, προς τον ΕΦΚΑ 8 εκατ. ευρώ, προς προμηθευτές εσωτερικού 12 εκατ. ευρώ, προς προμηθευτές εξωτερικού περίπου 2,5 εκατ. ευρώ, σε εργολάβους 5 εκατ. ευρώ, σε μεταφορείς 4 εκατ. ευρώ. Εκτός από αυτά τα χρέη ύψους 485 εκατ. ευρώ, έχουμε και 135 εκατ. καταδίκη από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εδώ και χρόνια για παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Η απόφαση αυτή είναι τελεσίδικη, άρα η εταιρεία πρέπει να επιστρέψει το ποσό αυτό στο Δημόσιο. Έχουμε επίσης  και 50 εκατ. ευρώ  περιβαλλοντικό πρόστιμο που εκκρεμεί να υπογραφεί, διότι η εταιρεία μολύνει αγρίως τον Ευβοϊκό. Εκτός αυτού δεν πληρώνει και αυτά που πρέπει να πληρώνει για τους ρύπους του διοξειδίου του άνθρακα- αυτά που πληρώνουν όλες οι άλλες εταιρείες. Άρα είναι μια εταιρεία ουσιαστικά υπεράνω των νόμων και εκτός ελέγχου. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε άλλο!»

Περιγράφοντας την λύση που προωθείται μέσω σχετικής τροπολογίας,  επισήμανε ότι κινείται στο πλαίσιο της απόφασης του 2014 της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  που λέει ότι θα πρέπει να χωριστεί στα τρία η εταιρεία και να πωληθούν τα δύο τμήματα για να αντιμετωπιστεί το θέμα των κρατικών ενισχύσεων. «Τα δυο πακέτα -το εργοστάσιο της Λάρυμνας και τα ορυχεία- θα πουληθούν την ίδια μέρα, προκειμένου να υπάρξει και ο ίδιος πλειοδότης. Έτσι η  εταιρεία θα είναι ελεύθερη βαρών. Ο καινούργιος επενδυτής, θα μπορεί να διαλέξει τους εργαζομένους που θέλει. Εμείς πιστεύουμε ότι η μεγάλη πλειονότητα των σημερινών εργαζόμενων, με αναπροσαρμογή βεβαίως των μισθών σε όρους αγοράς, θα μπορεί να προσληφθεί λόγω της εμπειρίας που έχουν στο νικέλιο. Θα είναι ουσιαστικά μια επανεκκίνηση».

Αναφερόμενος ειδικότερα στο θέμα της αναπροσαρμογής των μισθών των εργαζομένων, ο κ. Χατζηδάκης σημείωσε ότι το 2019 το μέσο μεικτό κόστος μισθοδοσίας για τους 1.082 εργαζόμενους της εταιρείας ήταν 40.558 ευρώ το χρόνο. «Γι΄ αυτούς που δουλεύουν από 20 χρόνια και πάνω στην εταιρεία είναι 62.500 ευρώ το χρόνο. Γι’ αυτούς που δουλεύουν από 10 έως 20 χρόνια είναι 37.000 ευρώ το χρόνο και αυτούς που δουλεύουν από 1 έως 10 χρόνια είναι 31.300, το μεικτό κόστος. Αυτό το λέω διότι προβλέπουμε στην ρύθμιση ότι θα μειωθούν μεσοσταθμικά οι μισθοί κατά 25%, μόλις μπει ο ειδικός διαχειριστής. Θα μειωθούν διότι και οι εργαζόμενοι πρέπει να συμβάλλουν σε μια εταιρεία που είναι σε τόσο κακή κατάσταση στην όποια στοιχειώδη εξυγίανσή της, μέχρι να προχωρήσει η διαδικασία».

Ο υπουργός ΠΕΝ σημείωσε επίσης ότι η ρύθμιση προβλέπει μια χρηματοδότηση-γέφυρα της τάξης των 35 εκατ. ευρώ για να μπορέσει η εταιρία να αντέξει, να μην κλείσει αύριο το πρωί δηλαδή και βρεθούν όλοι οι εργαζόμενοι ανεξαιρέτως στον δρόμο. Θέτει ταυτόχρονα μια προθεσμία ενός έτους αυστηρά έτσι ώστε ο ειδικός διαχειριστής να έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία έως τότε. Ξεκαθάρισε δε ότι «Αν δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία ή αν για οποιονδήποτε λόγο υπάρχουν προβλήματα στη μέση, η εταιρία θα πάει σε πτώχευση. Έχω χειριστεί μια σειρά από «σαπάκια» του Δημοσίου κατά καιρούς, η υπόθεση αυτή όμως ξεπερνά κάθε προηγούμενο.

Ουσιαστικά πάμε να λύσουμε ένα θέμα 35 ετών.  Αυτό που θέλουν κάποιοι, να είναι και η πίτα ολόκληρη και ο σκύλος χορτάτος,  δεν γίνεται. Διότι είναι εκτός των κανόνων της οικονομίας και της ζωής. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το νικέλιο, όπως και όλες οι δραστηριότητες στον εξορυκτικό τομέα, έχουν μια προστιθέμενη αξία. Και τώρα περισσότερο με τις μπαταρίες για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μπορεί να παραχθεί και κοβάλτιο από όλη αυτή τη διαδικασία. Και γι’ αυτό είπαμε να μην κάνουμε πτώχευση, δεδομένου ότι υπάρχει κατά τα φαινόμενα κάποιο επενδυτικό ενδιαφέρον για να παραμείνει εκεί η δραστηριότητα και να παραμείνουν ζωντανές οι περιοχές, για να μπορούν οι οικογένειες των εργαζομένων να έχουν ψωμί στα σπίτια τους. Αυτή την προσπάθεια κάνουμε. Αλλά αυτός δεν είναι λόγος, επειδή ο ένας βγάζει νικέλιο και ο άλλος αλουμίνιο να παρανομεί ασυστόλως. Δείτε, ιστορικά παντού σε όλες τις χώρες στον ιδιωτικό τομέα πόσες επιχειρήσεις πτωχεύουν, διότι δεν μπορούν να αντέξουν στον ανταγωνισμό. Αν πάμε έτσι οποιοσδήποτε να φεσώνει, να μην πληρώνει τράπεζες, να μην πληρώνει το Δημόσιο, να μην πληρώνει ασφαλιστικά ταμεία, πού θα πάει αυτό;» κατέληξε ο κ. Χατζηδάκης.