Κωστής Χατζηδάκης

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors

“Ο κόμπος στο χτένι”. Άρθρο στην Καθημερινή

Ο κόμπος στο χτένι
Του Κωστη Xατζηδακη*
Η Ελλάδα είναι μεταξύ δύο πυρών. Πλήττεται από τα λάθη των Βρυξελλών. Πληρώνει πανάκριβα και την πολιτική, τις πρακτικές, αλλά και τη νοοτροπία που επικράτησαν στο εσωτερικό. Και ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι.
Οι Βρυξέλλες παλεύουν, εδώ και τρία χρόνια, με τη διεθνή οικονομική κρίση, τρέχοντας συνεχώς αμήχανα πίσω από τις εξελίξεις. Για την περίπτωση της Ελλάδας, προέβλεψαν μαζί με την τότε ελληνική κυβέρνηση, χωρίς κανείς να το ζητεί, ότι η χώρα θα επιστρέψει σε ένα χρόνο από την υπογραφή του Μνημονίου στις αγορές. Η πρόβλεψη διαψεύστηκε. Ακολούθησε η εξαγγελία της τρόικας για το γιγαντιαίο πρόγραμμα αξιοποίησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Η εξαγγελία ξεχάστηκε. Στην Ντοβίλ της Γαλλίας, Μέρκελ και Σαρκοζί συμφώνησαν πέρυσι ότι από το 2013 (!) και μετά οι ιδιώτες πιστωτές θα συμμετέχουν στα βάρη των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης. Οι πιστωτές φοβήθηκαν και η δήλωση τίναξε στον αέρα τα spreads των υπερχρεωμένων. Τον Ιούλιο φέτος ανακοινώθηκε πομπωδώς το πρώτο PSI για την Ελλάδα. Δύο μήνες αργότερα, διαπιστώθηκε ότι δεν λειτουργεί. Τώρα παλεύουμε με το δεύτερο PSI. Και πληρώνουμε μαζί με τους Ιρλανδούς, τους Πορτογάλους, αλλά και τους Ιταλούς, τους Ισπανούς και ποιος ξέρει ποιους άλλους, τον αιφνιδιασμό και την κακοφωνία της Ευρωζώνης.
Αλλά ο εχθρός είναι και εντός των πυλών. Για πολλά χρόνια ο υπερδανεισμός είχε σχεδόν εξιδανικευθεί ως δήθεν πολιτική για την ανάπτυξη. Οποιος τολμούσε να μιλήσει για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς χαρακτηριζόταν αμέσως νεοφιλελεύθερος. Τη δική μας ατολμία και το «λεφτά υπάρχουν» του ΠΑΣΟΚ, διαδέχθηκε μια δήθεν εξυγιαντική κυβερνητική πολιτική που δίπλα στον ήδη άρρωστο δημόσιο τομέα, αρρώστησε -με την υπερφορολόγηση- και τον ιδιωτικό. Οι δημόσιες δαπάνες δεν ελέγχθησαν στον βαθμό που θα έπρεπε, οι ιδιωτικοποιήσεις δεν προχώρησαν, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας έμεινε γράμμα κενό και οι διαρθρωτικές αλλαγές έμειναν κατά βάσιν υπουργικές υποσχέσεις προς την τρόικα, που δεν τηρήθηκαν. Ετσι, το πρόβλημα επιδεινώθηκε και εκεί που υπήρχαν εξαγγελίες για επιστροφή της χώρας στις αγορές στα τέλη του 2011, η χρονιά αυτή συνδέθηκε τελικά με την απειλή εξόδου της χώρας από το ευρώ.
Τώρα η Ευρωζώνη επιχειρεί να κάνει στροφή προς πράγματι αποτελεσματικές λύσεις και η Ελλάδα αγωνίζεται, κατά τη στροφή της Ευρωζώνης, να μη βρεθεί εκτός τροχιάς. Ο χρόνος τρέχει εναντίον μας. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ελπίζουν και πάλι πως θα καταφέρουν να σταθεροποιήσουν τα πράγματα. Κάθε βήμα μπροστά είναι, φυσικά, ευπρόσδεκτο. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι έχουμε φτάσει στο τέλος της διαδρομής. Μόνο μια πραγματική δημοσιονομική ένωση που θα συμπεριλαμβάνει ένα κεντρικό και αποτελεσματικό έλεγχο από τη μια, αλλά και έναν ουσιαστικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με παράλληλη έκδοση ευρωομολόγων από την άλλη, μπορεί να οδηγήσει σε τελική λύση.
Ελπίζω οι καθυστερήσεις, προκειμένου να κερδηθεί χρόνος για πολιτικές μανούβρες, να μην πληρωθούν πανάκριβα. Η Ελλάδα έχοντας, δυστυχώς, πια επισήμως χαρακτηριστεί ως «ιδιαίτερη περίπτωση» παλεύει με τρεις μεγάλους κινδύνους: πρώτον, τη διαπραγμάτευση για το PSI, της οποίας ενδεχόμενη ατυχής έκβαση θα σήμαινε μείζονος κλίμακος πρόβλημα για τη χώρα. Δεύτερον, το οξύ πιστωτικό πρόβλημα της αγοράς, καθώς πλέον δεν επηρεάζουν μόνο οι τράπεζες αρνητικά τις επιχειρήσεις, αλλά και οι επιχειρήσεις, λόγω της οικονομικής τους στενότητας, τις τράπεζες. Τρίτον, το χωρίς προηγούμενο ζήτημα εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία, καθώς με την αίσθηση διεθνώς ότι τα πράγματα είναι εκτός ελέγχου, επενδύσεις δεν γίνονται και το πρόβλημα της ύφεσης επιτείνεται δραματικά.
Ακόμα και αν τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης βρουν τον βηματισμό τους, αυτό δεν είναι το ίδιο εύκολο πλέον για την Ελλάδα. Η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πολιτική, τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στην Αθήνα, δεν είναι, φυσικά, μονόδρομος. Η εναλλακτική, όμως, λύση δεν μπορεί να είναι οι τεχνητοί παράδεισοι της Αριστεράς. Μόνο ο ρεαλισμός και η στροφή στην ατομική και συλλογική προσπάθεια, στην υγιή επιχειρηματικότητα και την παραγωγικότητα μπορεί να αποτελέσουν ουσιαστικές απαντήσεις.
Χρειάζεται, ωστόσο, εθνική πανστρατιά. Ολοι μας, επιχειρηματίες, εργαζόμενοι, κοινωνικοί εταίροι, μέσα ενημέρωσης και πάνω απ’ όλα εμείς οι πολιτικοί να αντιληφθούμε το μέγεθος του κινδύνου και να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων. Να εκπλήξουμε θετικά και να κάνουμε περισσότερα απ’ όσα φαντάζονται οι άλλοι ότι μπορούμε. Η Νέα Δημοκρατία, με την πρωτοβουλία της για τον σχηματισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου, ανέλαβε το δικό της μερίδιο ευθύνης. Είμαι βέβαιος ότι θα εξακολουθήσει να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση με γνώμονα τη δήλωση Σαμαρά ότι «λεφτά δεν υπάρχουν, όπως δεν υπήρχαν και το 2009». Το πρόβλημα, όμως, υπερβαίνει τα κόμματα και τα πρόσωπα. Βρισκόμαστε όλοι απέναντι στην Ιστορία και τη συνείδησή μας. Γι’ αυτό και καλείται ο καθένας μας να δώσει τον καλύτερό του εαυτό, ανάλογα με τις ευθύνες και τις δυνατότητές του, για να σωθεί η πατρίδα μας. Δεν μπορεί να αφήσουμε την Ελλάδα να γυρίσει χρόνια πίσω.KX_plai

“…Η Ελλάδα είναι μεταξύ δύο πυρών. Πλήττεται από τα λάθη των Βρυξελλών. Πληρώνει πανάκριβα και την πολιτική, τις πρακτικές, αλλά και τη νοοτροπία που επικράτησαν στο εσωτερικό. Και ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι...”

   Οι Βρυξέλλες παλεύουν, εδώ και τρία χρόνια, με τη διεθνή οικονομική κρίση, τρέχοντας συνεχώς αμήχανα πίσω από τις εξελίξεις. Για την περίπτωση της Ελλάδας, προέβλεψαν μαζί με την τότε ελληνική κυβέρνηση, χωρίς κανείς να το ζητεί, ότι η χώρα θα επιστρέψει σε ένα χρόνο από την υπογραφή του Μνημονίου στις αγορές. Η πρόβλεψη διαψεύστηκε. Ακολούθησε η εξαγγελία της τρόικας για το γιγαντιαίο πρόγραμμα αξιοποίησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Η εξαγγελία ξεχάστηκε. Στην Ντοβίλ της Γαλλίας, Μέρκελ και Σαρκοζί συμφώνησαν πέρυσι ότι από το 2013 (!) και μετά οι ιδιώτες πιστωτές θα συμμετέχουν στα βάρη των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης. Οι πιστωτές φοβήθηκαν και η δήλωση τίναξε στον αέρα τα spreads των υπερχρεωμένων. Τον Ιούλιο φέτος ανακοινώθηκε πομπωδώς το πρώτο PSI για την Ελλάδα. Δύο μήνες αργότερα, διαπιστώθηκε ότι δεν λειτουργεί. Τώρα παλεύουμε με το δεύτερο PSI. Και πληρώνουμε μαζί με τους Ιρλανδούς, τους Πορτογάλους, αλλά και τους Ιταλούς, τους Ισπανούς και ποιος ξέρει ποιους άλλους, τον αιφνιδιασμό και την κακοφωνία της Ευρωζώνης.
 
Αλλά ο εχθρός είναι και εντός των πυλών. Για πολλά χρόνια ο υπερδανεισμός είχε σχεδόν εξιδανικευθεί ως δήθεν πολιτική για την ανάπτυξη. Οποιος τολμούσε να μιλήσει για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς χαρακτηριζόταν αμέσως νεοφιλελεύθερος. Τη δική μας ατολμία και το «λεφτά υπάρχουν» του ΠΑΣΟΚ, διαδέχθηκε μια δήθεν εξυγιαντική κυβερνητική πολιτική που δίπλα στον ήδη άρρωστο δημόσιο τομέα, αρρώστησε -με την υπερφορολόγηση- και τον ιδιωτικό. Οι δημόσιες δαπάνες δεν ελέγχθησαν στον βαθμό που θα έπρεπε, οι ιδιωτικοποιήσεις δεν προχώρησαν, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας έμεινε γράμμα κενό και οι διαρθρωτικές αλλαγές έμειναν κατά βάσιν υπουργικές υποσχέσεις προς την τρόικα, που δεν τηρήθηκαν. Ετσι, το πρόβλημα επιδεινώθηκε και εκεί που υπήρχαν εξαγγελίες για επιστροφή της χώρας στις αγορές στα τέλη του 2011, η χρονιά αυτή συνδέθηκε τελικά με την απειλή εξόδου της χώρας από το ευρώ.
 
Τώρα η Ευρωζώνη επιχειρεί να κάνει στροφή προς πράγματι αποτελεσματικές λύσεις και η Ελλάδα αγωνίζεται, κατά τη στροφή της Ευρωζώνης, να μη βρεθεί εκτός τροχιάς. Ο χρόνος τρέχει εναντίον μας. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ελπίζουν και πάλι πως θα καταφέρουν να σταθεροποιήσουν τα πράγματα. Κάθε βήμα μπροστά είναι, φυσικά, ευπρόσδεκτο. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι έχουμε φτάσει στο τέλος της διαδρομής. Μόνο μια πραγματική δημοσιονομική ένωση που θα συμπεριλαμβάνει ένα κεντρικό και αποτελεσματικό έλεγχο από τη μια, αλλά και έναν ουσιαστικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με παράλληλη έκδοση ευρωομολόγων από την άλλη, μπορεί να οδηγήσει σε τελική λύση.

Ελπίζω οι καθυστερήσεις, προκειμένου να κερδηθεί χρόνος για πολιτικές μανούβρες, να μην πληρωθούν πανάκριβα. Η Ελλάδα έχοντας, δυστυχώς, πια επισήμως χαρακτηριστεί ως «ιδιαίτερη περίπτωση» παλεύει με τρεις μεγάλους κινδύνους: πρώτον, τη διαπραγμάτευση για το PSI, της οποίας ενδεχόμενη ατυχής έκβαση θα σήμαινε μείζονος κλίμακος πρόβλημα για τη χώρα. Δεύτερον, το οξύ πιστωτικό πρόβλημα της αγοράς, καθώς πλέον δεν επηρεάζουν μόνο οι τράπεζες αρνητικά τις επιχειρήσεις, αλλά και οι επιχειρήσεις, λόγω της οικονομικής τους στενότητας, τις τράπεζες. Τρίτον, το χωρίς προηγούμενο ζήτημα εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία, καθώς με την αίσθηση διεθνώς ότι τα πράγματα είναι εκτός ελέγχου, επενδύσεις δεν γίνονται και το πρόβλημα της ύφεσης επιτείνεται δραματικά.

Ακόμα και αν τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης βρουν τον βηματισμό τους, αυτό δεν είναι το ίδιο εύκολο πλέον για την Ελλάδα. Η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πολιτική, τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στην Αθήνα, δεν είναι, φυσικά, μονόδρομος. Η εναλλακτική, όμως, λύση δεν μπορεί να είναι οι τεχνητοί παράδεισοι της Αριστεράς. Μόνο ο ρεαλισμός και η στροφή στην ατομική και συλλογική προσπάθεια, στην υγιή επιχειρηματικότητα και την παραγωγικότητα μπορεί να αποτελέσουν ουσιαστικές απαντήσεις.

Χρειάζεται, ωστόσο, εθνική πανστρατιά. Ολοι μας, επιχειρηματίες, εργαζόμενοι, κοινωνικοί εταίροι, μέσα ενημέρωσης και πάνω απ’ όλα εμείς οι πολιτικοί να αντιληφθούμε το μέγεθος του κινδύνου και να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων. Να εκπλήξουμε θετικά και να κάνουμε περισσότερα απ’ όσα φαντάζονται οι άλλοι ότι μπορούμε. Η Νέα Δημοκρατία, με την πρωτοβουλία της για τον σχηματισμό της κυβέρνησης Παπαδήμου, ανέλαβε το δικό της μερίδιο ευθύνης. Είμαι βέβαιος ότι θα εξακολουθήσει να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση με γνώμονα τη δήλωση Σαμαρά ότι «λεφτά δεν υπάρχουν, όπως δεν υπήρχαν και το 2009». Το πρόβλημα, όμως, υπερβαίνει τα κόμματα και τα πρόσωπα. Βρισκόμαστε όλοι απέναντι στην Ιστορία και τη συνείδησή μας. Γι’ αυτό και καλείται ο καθένας μας να δώσει τον καλύτερό του εαυτό, ανάλογα με τις ευθύνες και τις δυνατότητές του, για να σωθεί η πατρίδα μας. Δεν μπορεί να αφήσουμε την Ελλάδα να γυρίσει χρόνια πίσω.

Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο και εδώ

Μετάβαση στο περιεχόμενο